h1

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗ ΚΑΙ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (4ος-11ος αι.)

Ιουλίου 28, 2014

ΠΟΛΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία, στους πρώτους αιώνες αποτελούνταν κυρίως από πόλεις που επέζησαν από την αρχαιότητα και είχαν έντονα αποτυπωμένο στον πολεοδομικό τους ιστό το πνεύμα του αρχαίου κόσμου. Αργότερα, οι κατοικίες, οι δρόμοι και οι πλατείες επηρεάζονται κι αυτές από τις σημαντικές αλλαγές που συντελούνται στις δομές και τις προτεραιότητες της πόλης, με την επίδραση της εκκλησίας.
Αργότερα κτίζονται αναρίθμητες πόλεις – κάστρα που είχαν ως στόχο την προστασία των κατοίκων και των συνόρων από τις συνεχόμενες εχθρικές επιδρομές. Τα κάστρα οικοδομούνται σε φυσικά οχυρές θέσεις, σε κορυφές λόφων ή βουνών, από τις οποίες εξασφαλιζόταν ο έλεγχος των δρόμων και των περασμάτων που υπήρχαν στην ενδοχώρα. Εξωτερικά, τα κάστρα προστατεύονταν από οχυρωματικούς περιβόλους με πύργους ενώ στο εσωτερικό τους διαμορφώνονταν δρόμοι που ξεκινούσαν από τις πύλες της οχύρωσης και οδηγούσαν στους χώρους του οικισμού. Οι δρόμοι αυτοί ήταν κατά κανόνα στενοί, ανηφορικοί και λιθόστρωτοι, ενώ το πλάτος τους διέφερε ανάλογα με το διαθέσιμο χώρο. Εκατέρωθέν τους αναπτύσσονταν οι οικίες, οι οποίες συχνά ήταν μονώροφες ή διώροφες και βρίσκονταν σε άμεση επαφή μεταξύ τους.
Στις βυζαντινές πόλεις- κάστρα επικρατούσε γενικά άναρχη δόμηση και στενότητα χώρου που είχε ως αποτέλεσμα σχεδόν την έλλειψη μεγάλων πλατειών και εξαρχής σχεδιασμένων ελεύθερων χώρων. Οι διαθέσιμοι ανοιχτοί χώροι περιορίζονταν γύρω από τους ναούς και τους περιβόλους των μοναστηριών, και συχνά λειτουργούσαν και ως χώροι πανηγύρεων, αγοραπωλησιών και κοινωνικής συναναστροφής.

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

Οι βυζαντινές πόλεις τελούσαν υπό αυτόνομη διοίκηση. Οι πλουσιότεροι τοπικοί γαιοκτήμονες συμμετείχαν σε αστικά βουλευτήρια (βουλαί, curiae) και συνήθως ονομάζονταν βουλευτές, ή δεκουρίωνες. Όλοι οι γαιοκτήμονες που διέθεταν μια καθορισμένη κτηματική περιουσία, καθώς και οι κληρονόμοι τους, ήταν υποχρεωμένοι από τον νόμο να υπηρετούν στα συμβούλια. (Mango 1988:47)
Τα συμβούλια ήταν υπεύθυνα για τις αστικές υπηρεσίες, την λειτουργία και συντήρηση των υποδομών (αστικών και αμυντικών), τον αννώνα , την καθαριότητα και τις επισκευές των κοινών εγκαταστάσεων καθώς και την λειτουργία του ταχυδρομείου. (Mango 1988:47-48) Παράλληλα, ήταν υπεύθυνα για τις έκτακτες υποχρεώσεις που επέβαλε κατά περιόδους το κράτος –όπως ο στρατωνισμός στρατευμάτων, η στρατολόγηση στρατευσίμων και η αγορά προμηθειών. Τα απαραίτητα έξοδα, καλύπτονταν από τα κτήματα και τους φόρους της πόλης, αλλά συχνά οι δεκουρίωνες καλούνταν να συνεισφέρουν ατομικά. (Mango 1988:48)
Ο πληθυσμός συμβουλεύεται κάποτε το συμβούλιο για τις ιδιωτικές του υποθέσεις (γάμους, συμβόλαια, εμπορικές συμφωνίες), ενώ όταν χρειαστεί επεμβαίνει δυναμικά, προσλαμβάνοντας ρήτορες για να επηρεάσει τις δικαστικές αποφάσεις. Επίσης, συγκεντρώνεται σε συνελεύσεις για να συζητήσει υποθέσεις που τον αφορούν, ενώ συχνά συστήνει πολιτοφυλακή για να βοηθήσει τη φρουρά της πόλης στην υπεράσπιση των τειχών. (Guillou 1996:305)
Σαν αποτέλεσμα των εξόδων στα οποία υποβάλλονταν οι δεκουρίωνες, οι περισσότεροι κτηματίες προσπαθούσαν να αποφύγουν να συμμετέχουν στα συμβούλια, εκμεταλλευόμενοι κάθε νόμιμο δικαίωμα σους παρέχονταν σε αυτή την κατεύθυνση, όπως το να γίνουν μέλη της Συγκλήτου στην Κωνσταντινούπολη ή δημόσιοι υπάλληλοι. Άλλο έμεναν άγαμοι, ώστε να μην αφήσουν κληρονόμους, γίνονταν κληρικοί ή δημόσιοι καθηγητές, με αποτέλεσμα ο θεσμός των βουλευτών να έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί μέχρι τα μέσα του 6ου αιώνα. Το κενό εξουσίας πληρώθηκε κατά ένα μέρος από τους διοικητές των επαρχιών και κατά ένα άλλο από τους επισκόπους. Αυτοί συχνά ήταν λαϊκοί που προέρχονταν από την τοπική αριστοκρατία, κατείχαν περιουσία και χειροτονούνταν κατευθείαν επίσκοποι. (Mango 1988:48-49)
Από τα τέλη του 4ου ως τα τέλη του 5ου αι. το Στέμμα, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει τα έσοδα του, διορίζει σε κάθε δημοτική περιφέρεια επόπτες και φοροεισπράκτορες, οι οποίοι εξασφαλίζουν τους κρατικούς δημοσιονομικούς πόρους με την κατάσχεση και κατόπιν την εκμετάλλευση των κτημάτων που ανήκαν στην πόλη. (Haldon 2007:156-157)
Η αστική ανάπτυξη της περιόδου από τον 3ο έως τον 5ο αι. οφειλόταν κυρίως στην επιθυμία των αυτοκρατόρων να οικοδομήσουν ένα δίκτυο κέντρων που θα ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις του δημοσιονομικού συστήματος. Όταν πια το κράτος αναγκάστηκε να εμπλακεί ενεργά στις διαδικασίες διαχείρισης των πόλεων, αυτές έχασαν την πρότερη σημασία τους. (Haldon 2007:159)
Ο 7ος και ο 8ος αι. εκτός των συμφορών που θα παρουσιάσουμε παρακάτω, υπήρξαν και εξαιρετικά ασταθείς πολιτικά. Σε αυτό το διάστημα ανέβηκαν στο θρόνο 22 αυτοκράτορες, αποδυναμώνοντας έτσι το ρόλο του Στέμματος και ενισχύοντας τους στρατιωτικούς διοικητές των επαρχιών και τις φιλοδοξίες τους. (Beck 2000:403)

Η ΠΡΩΙΜΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΟΛΗ

Κατά την Πρώιμη βυζαντινή περίοδο παρατηρείται μια αύξηση του αστικού τύπου οικισμών. Παρόλο που οι περισσότερες πόλεις του 6ου αι. είχαν αρχαία καταγωγή (από την απώτερη αρχαιότητα ως την ελληνιστική εποχή), υπήρξαν και αρκετές πόλεις που ιδρύθηκαν από χριστιανούς αυτοκράτορες, αν και οι περισσότερες δεν εξελίχθηκαν σε σημαντικά κέντρα. (Mango 1988:77) Οι περισσότερες είναι τειχισμένες με αρχαία τείχη ή τειχίζονται μεταξύ του 3ου ή 4ου αι., την εποχή των επιδρομών. Τα ρωμαϊκό σύστημα των δύο διασταυρούμενων λεωφόρων που ενώνουν τις πύλες της πόλεως και στη συμβολή των οποίων αναπτύσσεται η αγορά συνεχίζει να υφίσταται, για να υποχωρήσει σταδιακά σε ένα πιο ελεύθερο σχήμα. (Μουτσόπουλος 1997:31-32) Η ευρεία κύρια οδός φτάνει κάποτε τα 23 μέτρα φάρδος. Πλαισιώνονται από στοές με κολώνες που είναι επίσης στέγασμα για τα μαγαζιά των εμπόρων και των τεχνιτών. (Guillou 1996:387)
Συνήθως γύρω από την αγορά βρίσκονταν συγκεντρωμένα τα δημόσια κτίρια: λατρευτικός χώρος, λουτρά, το βουλευτήριο, μια βασιλική που χρησιμοποιούνταν για δικαστικούς και άλλους σκοπούς, ένα θέατρο και σπανιότερα ένα αμφιθέατρο, ενώ στις μεγαλύτερες πόλεις και ιππόδρομος. Τα κοιμητήρια ήταν εγκατεστημένα έξω από την πόλη, μαζί με τα περιβόλια, κάποιες επαύλεις και κάποτε μια εβραϊκή συνοικία με την συναγωγή της. (Mango 1988:78-79)
Οι βασικές υποδομές των πόλεων συμπεριλαμβάνουν υδραγωγεία, δεξαμενές συλλογής νερού (κινστέρνες) και αποθήκες δημητριακών (ωρεία). (Μουτσόπουλος 1997:32)
Στις βυζαντινές πόλεις ζούσαν έμποροι, τεχνίτες, καταστηματάρχες, εργάτες, μικροί και μεγάλοι γαιοκτήμονες, ζητιάνοι εταίρες κα. Οι εύποροι έδιναν προς καλλιέργεια τα χωράφια τους στα οποία πήγαιναν μόνο για τη συγκομιδή. Τον υπόλοιπο χρόνο τον περνούσαν σπαταλώντας τις προσόδους τους και συζητώντας κάτω από τις στοές της αγοράς με εμπόρους, πωλητές και κάπελες. Στην ύπαιθρο ζούσαν οι γεωργοί τους οποίους οι κάτοικοι των πόλεων περιφρονούσαν σαν απαίδευτους και ηλίθιους. (Guillou 1996:301)

Η ΜΕΣΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΟΛΗ

Στα μέσα του 7ου αι. αρχίζει η μεγάλη γεωγραφική συρρίκνωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, εξαιτίας της αραβικής επέκτασης στα νότια και ανατολικά, καθώς και της παγίωσης των σλαβικών και βουλγαρικών κατακτήσεων στα Βαλκάνια. Η αυτοκρατορία γίνεται μικρότερη και φτωχότερη, με τα αποτελέσματα να φαίνονται πρώτα στις πόλεις που απέμειναν: ήταν εκτεθειμένες σε συχνές εχθρικές επιδρομές και έτσι από πόλεις έγιναν κάστρα-σημάδι μιας στρατιωτικοποίησης που τη διαπιστώνουμε παντού. (Beck 2000:402)
Ήδη από τον 6ο αι. μια εντυπωσιακή σειρά από ξηρασίες, επιθέσεις ακρίδων και σεισμούς, κλονίζουν τις λεπτές ισορροπίες πάνω στις οποίες βασίζεται ο εφοδιασμός μιας πόλης. Την έλλειψη τροφίμων, τις φυσικές καταστροφές και τις βίαιες συγκρούσεις, διαδέχεται στα μέσα του 6ου αι. μια επιδημία βουβωνικής πανώλης. Σε πολλές πόλεις εξολοθρεύεται το ένα τρίτο ή το μισό του πληθυσμού. Η αστική ζωή καταρρέει. Οι πόλεις με την μορφή που είχαν στην αρχαιότητα συρρικνώνονται και στη συνέχεια ουσιαστικά εξαφανίζονται. (Mango 1988:84-87)
Στα πρώτα χρόνια του 7ου αι. παρατηρούμε την ανάδυση μέσα από τους κατεστραμμένους οικισμούς νέων οχυρωμένων πολισμάτων σε στρατηγικά σημεία, που προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια στους κατατρεγμένους πληθυσμούς. (Μουτσόπουλος 1997:40)
Οι αρχαίες πόλεις γίνονται φαντάσματα του παλιού τους εαυτού. Συρρικνώνονται δραματικά μέσα στα τείχη της παλιάς ακρόπολης, με περιορισμένο πληθυσμό που αποτελείται από τους ντόπιους αγρότες, την εκκλησιαστική διοίκηση και την στρατιωτική φρουρά (όπου αυτή υπήρχε). (Haldon 2007:159-160)
Οι πόλεις σε πεδινό έδαφος συχνά εγκαταλείπονται, αφού η άμυνα τους ήταν δύσκολη σε περίπτωση επίθεσης. Τα κάστρο ήταν συχνά δυσπρόσιτο και σίγουρα στενόχωρο. (Mango 1988:92) Η ανέγερση τους σε απότομες πλαγιές λόφων για αμυντικούς λόγους, εμπόδιζε την ευθεία χάραξη δρόμων, που αντικαταστάθηκαν από δαιδαλώδεις δρομίσκους, με απότομες κλίσεις και στροφές, αποκλείοντας την πρόσβαση τροχοφόρων. Η επισκευή ή η ανέγερση γίνεται συχνά με τη χρήση αρχαίου υλικού από προηγούμενες κατασκευές, για λόγους ευκολίας και οικονομίας, ενώ πολύ σπάνια επιδιώκεται μια εντύπωση ιστορικής συνέχειας. (Μουτσόπουλος 1997:35)
Σε αντίθεση με την προηγούμενη εποχή, στη Μέση βυζαντινή περίοδο η ζωή αποκτά ένα έντονα ιδιωτικό χαρακτήρα. Τα μέρη που συγκέντρωναν τους ανθρώπους όπως τα θέατρα, οι αίθουσες συνεδριάσεων και οι δημόσιες βασιλικές δεν υπάρχουν πια. Ο μοναδικός τόπος δημόσιων συγκεντρώσεων ήταν τώρα η εκκλησία και μερικές φορές κάποια εμποροπανήγυρη. (Mango 1988:102) Όλες οι βιοτικές εκδηλώσεις του βυζαντινού κόσμου γίνονται υπερβολικά εσωστρεφείς. (Beck 2000:403)
Την θέση των παλαιών civitates παίρνουν τώρα τα μικρά βυζαντινά πολίσματα τα oppida και τα μικρότερα oppidula. Είναι πάντα τειχισμένα, έχουν προμαχώνες και πύργους, ενώ ψηλότερα στέκεται η ακρόπολη. Το μέσο εμβαδόν τους είναι 2-6 εκτάρια. Οι πόλεις μετατρέπονται σε κώμες, με αντίστοιχες γεωργικές δραστηριότητες. (Μουτσόπουλος 1997:42-43)
Τη θέση της βυζαντινής πόλης παίρνει τώρα το βυζαντινό κάστρο, μιας περιορισμένης έκτασης οχυρωμένος οικισμός με καθαρά αμυντικό χαρακτήρα. Η αρχαία ελληνική λέξη πόλις, αντικαθίσταται σε πολλά κείμενα του 8ου αι. από τη λέξη κάστρον. (Haldon 2007:161)
Από τον 8ο αι. πολλές από τις κατεστραμένες πόλεις ανοικοδομούνται και συνοικίζονται, ενώ τον 9ο αι. με τη σταδιακή αναγέννηση της οικονομίας πολλές από τις παλιές πόλεις ανακτούν τον αστικό τους χαρακτήρα, που θα αποτελέσει εφαλτήριο για την ακμή του 10ου και 11ου αι. (Μουτσόπουλος 1997:45-46)
Στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα αρχίζει ραγδαία η ανάκαμψη. Η συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας ανακόπτεται, επαρχίες ανακτώνται και επαναστάσεις καταπνίγονται. Ο 11ος αιώνας είναι λιγότερο γόνιμος, αλλά η πολιτική σταθερότητα και η οικονομική άνθηση συνεχίζονται. (Beck 2000:408)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Συνοψίζοντας, η πρώιμη βυζαντινή πόλη διατηρώντας βασικά χαρακτηριστικά που κληρονομεί από τη ρωμαϊκή, εμπλουτίζεται και με νέα στοιχεία όπως τα τείχη και τις εκκλησίες, αλλά και με νέα αισθητική που την απομακρύνει από το αρχαίο αστικό ύφος. Η δημόσια ζωή δεν είναι πλέον περιορισμένη στην κεντρική αγορά και η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας δίνει διαφορετικό ρυθμό στην καθημερινότητα. Θυσιάζοντας την αυτονομία της παραδίδει τη διοίκησή της στην κεντρική κρατική εξουσία, η οποία προσπαθεί να διαμορφώσει ένα νέο μηχανισμό ώστε να ενοποιήσει την αυτοκρατορία αποβάλλοντας τον αποσπασματικό της χαρακτήρα.
Στην Μέση βυζαντινή περίοδο περνάμε σε μια περίοδο πολυδιάστατης παρακμής στην οποία οδηγούν εισβολές και φυσικές καταστροφές, με πολύ μεγάλο αντίκτυπο στην οικονομική και κοινωνική ζωή των πόλεων. Αν και από τα μέσα του 9ου αι. η σχετική σταθερότητα και η αναπτέρωση της οικονομίας δίνει νέα ώθηση στις πόλεις, ωστόσο δεν θα καταφέρουν ποτέ να ανακτήσουν ξανά τη θέση τους σαν πυρήνες ανάπτυξης της αυτοκρατορίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Mango C., Βυζάντιο: Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτφρ. Δ. Τσουγκαράκης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002.
Haldon J., Βυζάντιο. Μια ιστορία, μτφρ. Σοφία Σφυρόερα, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2007.
Guillou Andre, O Βυζαντινός Πολιτισμός, (μτφρ. Paolo Odorico), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1996
Beck, Hans-Georg, Η Βυζαντινή Χιλιετία, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2000
Μουτσόπουλος Ν.Κ. 1997, Η πρώιμη βυζαντινή και μεσοβυζαντινή πόλη, Αρχαιολογία και Τέχνες, (Τεύχος 64)

Advertisements
h1

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΑΛΕΞΑΚΗ, ΤΣΟΥΚΑΛΑ ΚΑΙ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ.

Ιουλίου 23, 2014

BAD POLITICIAN

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε αυτή την εργασία θα προσπαθήσω να περιγράψω την ελληνική κοινωνικο-πολιτική εμπειρία από το 1974 μέχρι σήμερα, αναζητώντας τους λόγους της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης που βιώνει η χώρα. Στο πρώτο μέρος θα κάνω μια ιστορική αναδρομή στα δομικά στοιχεία της κρίσης, ενώ στα δύο επόμενα θα προσπαθήσω να εντοπίσω τις λανθάνουσες σχέσεις μεταξύ κοινωνίας και κράτους.
Στο τέταρτο μέρος θα επιχειρήσω μια αναδρομή στα είδη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας και στο πέμπτο θα αναζητήσω την ευρωπαϊκή διάσταση του προβλήματος. Κλείνοντας θα αναφερθώ στο ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

1. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Στην Ελλάδα το Δημοκρατικό κοινοβουλευτικό σύστημα δεν προέκυψε μέσα από κοινωνικούς αγώνες αλλά επιβλήθηκε από διάφορες τοπικές ελίτ επάνω στις υπόλοιπες. Η δημοκρατία κατέστη περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική και στηρίχθηκε στην αναπαραγωγή των πελατειακών σχέσεων. Η αγορά, η πόλη και το κράτος αναπτύχθηκαν πριν την επικράτηση του βιομηχανικού καπιταλισμού. (Αλεξάκης 2008:95-96) Η απουσία προλεταριάτου λόγω της μικρής εκβιομηχάνισης δημιούργησε μια ταξική ασάφεια στο νεοσύστατο κράτος, ενώ η απουσία ταξικών συγκρούσεων σήμανε την απουσία δομής ή παράδοσης μέσω της οποίας θα μπορούσαν να εκπροσωπηθούν τα κοινωνικά συμφέροντα. (Τριανταφυλλίδου et al 2013:33) Τα αστικά πολιτικά δικαιώματα υφίστανται αλλά λειτουργούν περιθωριακά. Η δημοκρατία επιβλήθηκε σαν τυπικό πολιτικό δικαίωμα, ενώ η κοινωνική θέση του πολίτη ήτα συνυφασμένη με τον ρόλο του στα δίκτυα των πελατειακών σχέσεων. (Αλεξάκης 2008:97)

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα ενεπλάκη στον λεγόμενο τρίτο γύρο του εμφυλίου πολέμου χάνοντας την ευκαιρία της ειρηνικής ανάπτυξης που ακολούθησε όλη η υπόλοιπη Ευρώπη, με συνέπειες πολύ μεγαλύτερες από την γερμανική κατοχή. Η επαναφορά του θεσμού της μοναρχίας με το δημοψήφισμα του 1946 υπήρξε αποτέλεσμα της συνδυασμένης τρομοκρατίας του πληθυσμού και νόθευσης του εκλογικού αποτελέσματος, τα οποία επέβαλλαν τα φιλοβασιλικά δεξιά κόμματα που κυβερνούσαν τη χώρα μετά την απελευθέρωση. Ο Βασιλιάς και ο στρατός αποτέλεσαν τους πυλώνες εξουσίας του μεταπολεμικού πολιτικού συστήματος ενώ η κυβέρνηση και τα κόμματα είχαν περιορισμένη επιρροή.
Ο διχασμός της κοινωνίας σε «εθνικόφρονες» και «κομμουνιστοσυμμορίτες» αντικατέστησε τον προπολεμικό μεταξύ βενιζελικών και φιλομοναρχικών. Οι κομμουνιστές και οι «συν αυτώ» ανακηρύχθηκαν σε εχθρούς του καθεστώτος και αποκλείστηκαν από την πολιτική και κοινωνική συμμετοχή, μέσα από τα άρθρα του «παρασυντάγματος» του 1952.
Οι δεξιές συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις διαμόρφωσαν κατά το δοκούν μια λαϊκή πλειοψηφία προς όφελος τους αρχικά μέσα από διαφορετικούς κάθε φορά εκλογικούς νόμους και στη συνέχεια με εκλογικές νοθείες και απάτες, αλλά και με τον εκφοβισμό του πληθυσμού, μέσα από παρακρατικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις που δρούσαν χρηματοδοτούμενες από το κράτος. Την πολιτική κουλτούρα της περιόδου χαρακτήρισε ο «παλαιοκομματισμός» που βασίστηκε στις σχέσεις πάτρωνα/πολιτικού και πελάτη/ψηφοφόρου, τη βουλευτοκρατία, την οικογενειοκρατία και το ρουσφέτι. Αυτές οι πρακτικές πολλαπλασίαζαν και διαιώνιζαν τις πελατειακές σχέσεις και διαμόρφωσαν την παραδοσιακή πολιτική κουλτούρα. (Αλεξάκης 2008:99-103)

Εν ολίγοις, το καθεστώς που κυβέρνησε τη χώρα από το 1945 μέχρι το 1967 ήταν μια «αστυνομευόμενη» δημοκρατία ή ένας κρατικός αυταρχισμός, με κοινοβουλευτικό προσωπείο. Στηριζόταν στον Θρόνο, τον Στρατό και τη Δεξιά με την αρωγή παρακρατικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων τρομοκρατικού τύπου. Ο λαός διαιρέθηκε σε πολίτες Α΄ και Β΄ κατηγορίας μέσα από την ιδεολογία του αντικομουνισμού, αποκλείοντας την Αριστερά από την πολιτική διαδικασία.
Η προσπάθεια που έγινε από την Ένωση Κέντρου του Γ. Παπανδρέου από το 1961 έως το 1967 για την ανάρρηση στην εξουσία των εκσυγχρονιστικών τάσεων του Κέντρου, ανακόπηκε μόλις ανέκτησε υπολογίσιμη δυναμική με το πραξικόπημα του 1967. Μετά την παράδοση της εξουσίας από τους συνταγματάρχες στον Κ. Καραμανλή το 1974, θεσμοθετήθηκαν οι λειτουργίες ενός ανοιχτού δημοκρατικού πολιτεύματος. Ο Στρατός περιορίστηκε στα στρατιωτικά του καθήκοντα, το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε και η Μοναρχία καταργήθηκε.
Η Νέα Δημοκρατία που συνέχισε την συντηρητική παράδοση της ΕΡΕ βασιζόταν στην προσωπικότητα και τις ικανότητες του ηγέτη και ιδρυτή της, χωρίς ιδιαίτερες επιδόσεις σε ιδεολογικά και οργανωτικά θέματα. Αν και η μεγαλύτερη πρόκληση για το μεταπολιτευτικό καθεστώς ήταν η διαμόρφωση ενός σύγχρονου πολιτικού συστήματος, αποτέλεσε μια «πρωθυπουργική δημοκρατία» στην οποία οι πιο σημαντικές λειτουργίες ασκούνταν από τον πρωθυπουργό. (Αλεξάκης 2008:103-107)

Το ΠΑΣΟΚ που ιδρύθηκε το 1974 και αναδείχθηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση με τις εκλογές του 1977, υιοθέτησε μια πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα σοσιαλιστική ιδεολογία, με κύρια συνθήματα την κοινωνική αλλαγή και την ρήξη με τον παλαιοκομματισμό. Δημιούργησε, ανέπτυξε και στηρίχθηκε σε μια ευρεία οργάνωση βάσης που μόνο τα κομμουνιστικά κόμματα είχαν μέχρι τότε, κερδίζοντας δύο τετραετίες στην εξουσία. Βάση και αρχηγός (τουλάχιστον επί των ημερών του Α. Παπανδρέου) αλληλοσυμπληρώνονταν οργανικά. Επί των ημερών του καλλιεργήθηκε η αποκαλούμενη κομματικά κατευθυνόμενη πατρωνία (bureaucratic clientism), καθιστώντας τον κομματικό μηχανισμό σαν κύριο πάτρωνα νομής των εξουσιών και των διορισμών στο δημόσιο, των οπαδών του κόμματος. (Αλεξάκης 2008:108-109)

Πολιτικοί και δημοσιουπαλληλία, λειτούργησαν μέσα από ένα προφανώς ιδιοτελή και αντιπαραγωγικό σφιχτό εναγκαλισμό μέσω των πελατειακών σχέσεων. Οι «μετακλητοί» υπάλληλοι που στελέχωσαν τα υπουργικά γραφεία των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, κολόβωσαν την υπηρεσιακή ιεραρχία και περιθωριοποίησαν μια δημόσια διοίκηση που ήδη υπολείπονταν σε εκσυγχρονισμό. Ο ευρύτερος δημόσιος τομέας αντί για καθήκοντα και ευθύνες μοιράστηκε οικονομικές και κοινωνικές απολαβές μέσα από τον υπερ-κομματικοποιημένο συνδικαλισμό που αν δεν εγκαθίδρυσαν, τουλάχιστον ενθάρρυναν οι ίδιες κυβερνήσεις. (Παναγιωτόπουλος 2012:20)
Η απουσία αυτόνομων ισχυρών ενδιάμεσων στρωμάτων μεταξύ των πολιτικών ελίτ και του λαού, δημιούργησε μια αμφίρροπη σχέση μεταξύ των δύο, με τους πολιτικούς να χειραγωγούν από τη μία τις μάζες ενώ από την άλλη δεν μπορούσαν να αντισταθούν σε λαϊκίστικες πιέσεις. Τα λαϊκά και εθνικά συμφέροντα θυσιάζονταν κατά συστηματικό τρόπο στο όνομα μιας άκρατης ψηφοθηρίας. (Αλεξάκης 2008:110-111) Όσο το πελατειακό σύστημα αλλοίωνε συνεχώς τις πολιτικές λειτουργίες στη βάση, τόσο η διαφθορά στο πολιτικό σώμα επιδείνωνε τις λειτουργίες στην κορυφή. (Παναγιωτόπουλος 2012:17) Τα κόμματα διεισδύοντας σε όλους τους θεσμικούς χώρους από το πανεπιστήμια και τα ελεύθερα επαγγέλματα, μέχρι τα σπορ και την τέχνη, δημιούργησαν μια κομματοκρατία που υπέσκαψε τις ειδικές αξίες και την αυτονομία κάθε θεσμικού χώρου. (Μουζέλης 2012:13)
Ένα πανίσχυρο συνδικαλιστικό κίνημα του δημόσιου τομέα γιγαντώθηκε παράλληλα με το υπερτροφικό κράτος διεκδικώντας ασύμμετρα περισσότερα δικαιώματα από εκείνα του ιδιωτικού, υπονομεύοντας με κάθε «κατάκτηση» του, τον παραγωγικό εκσυγχρονισμό των κρατικών υπηρεσιών και τον κοινωφελών επιχειρήσεων και επιβαρύνοντας όλο και περισσότερο τα δημόσια οικονομικά. (Παναγιωτόπουλος 2012:21)
Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 επί της κυβέρνησης Σημίτη υπήρξε κάποια προσπάθεια διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και εξορθολογισμού των δημοσίων δαπανών, αλλά ο φόβος του πολιτικού και κοινωνικοοικονομικού κόστους, δεν επέτρεψε καίριες τομές. (Τριανταφυλλίδου et al 2013:24)

2. ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Στην Ελλάδα κράτος και κοινωνία δεν διαχωρίστηκαν ποτέ πλήρως με αποτέλεσμα την εξάπλωση εξορθολογικών αξιών. Παλιές και νεώτερες μορφές συγγενικής και οικογενειακής αλληλεγγύης παρέμειναν ισχυρές, ενώ οι ορθολογικές βλέψεις περιορίστηκαν στην απόκτηση επιρροής και εξουσίας, μέσα από την συναρμογή στο πολιτικό σύστημα. (Τσουκαλάς 2008:224)
Η θεμελίωση της κοινωνικής συναίνεσης εδραιώθηκε σε εξωθεσμικές πρακτικές και όχι σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο, με αποτέλεσμα την διαιώνιση της προβληματικής σχέσης ατομικού – κοινωνικού, σε μια κοινωνία όπου η μόνη μορφή συλλογικότητας-η οικογένεια- καλούνταν να συμπληρώσει τα κενά της ανύπαρκτης κρατικής πολιτικής. (Αλεξάκης 2008:116)

Ο Νόμος και οι Κανόνες αποτελούν τις «δυσκολίες» τις οποίες η μάζα που συνιστά τον λαό οφείλει να ξεπεράσει με όλα τα διαθέσιμα μέσα προωθώντας τα συμφέροντα του, νομιμοποιώντας στην συνείδηση του την παρανομία, τη φοροδιαφυγή και τις υπόγειες δραστηριότητες. Ο ηθικός ενδοιασμός ταυτίζεται με την ανοησία και οι κανονιστικοί περιορισμοί νοούνται ως έλλειμμα ελευθερίας. Η ουσία του ελληνισμού αποδίδεται σε μετα-ορθολογικές «πνευματικές», ψυχικές και αισθαντικές ικανότητες των ατόμων που διακατέχονται από μια εκλεκτική σύνθεση ελευθεριακών και αναρχούμενων ικανοτήτων. (Τσουκαλάς 2008:227-228)
Ο άναρχος ατομικισμός θεωρεί την πλήρη ανευθυνότητα προς το νόμο και τους συμπολίτες ως ελευθερία. Κάθε άτομο αντιλαμβάνεται ως μεγέθυνση του εγώ την ταύτιση με ένα συλλογικό αντικείμενο (έθνος, κοινωνική τάξη, επαγγελματική κατηγορία κλπ.), ρέποντας σταθερά προς την κοινωνική αναρχία. (Αλεξάκης 2008:117 & Τσουκαλάς 2008:226)
Κομβικό σημείο συμπύκνωσης όλων των ελληνικών κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων αποτέλεσε το πρωτόγνωρο φαινόμενο της κοινωνικής κινητικότητας. Το κράτος δημιούργησε ένα χαμηλού κόστους γενικευμένο λαϊκό εκπαιδευτικό σύστημα χαμηλού επιπέδου δυσκολίας για εκπαιδευόμενους και εκπαιδευτές που παρήγαγε αποφοίτους χαμηλής οικονομικής και κοινωνικής παραγωγικότητας. (Παναγιωτόπουλος 2012:18)

Παρά την τάση σταθεροποίησης και διεύρυνσης του κοινωνικών και πολιτικών θεσμών την τελευταία εικοσαετία, η κοινωνική ενσωμάτωση των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων παραμένει ρευστή. (Παναγιωτοπούλου 2014:250)

3. ΑΤΟΜΟ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η κοινωνική ολοκλήρωση βασίζεται από τον Β΄Π.Π. μέχρι σήμερα στην οικογένεια που συμπληρώνει τα κενά του κράτους στην οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής, αναπτύσσοντας πολύπλευρες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές δραστηριότητες. Οι δομές των αγροτικών περιοχών μεταφέρθηκαν στις πόλεις διατηρώντας συνήθως την ομοιογένεια τους και δημιουργώντας κλειστά δίκτυα κοινωνικών σχέσεων και αλληλοβοήθειας. (Παναγιωτοπούλου 2014:259-260)

Στις ελληνικές κοινωνικές σχέσεις σπανίως αναγνωρίζεται η έννοια του εαυτού ως ανεξάρτητου, αυτόνομου ατόμου, αλλά νοείται ως οργανικό τμήμα της οικογένειας, του σογιού, του τόπου. Οικογένεια, συγγενείς, συντοπίτες και συμπατριώτες οριοθετούν τους «δικούς μας», απέναντι σε όλους αυτούς που δεν εμπίπτουν σε μια από τις κατηγορίες. Η διχοτομιτική αυτή αντίληψη (δικός μας/ξένος), αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό την κινητήριο δύναμη της μεταπολεμικής κοινωνικής κινητικότητας. Στον τομέα της απασχόλησης τα ελληνικά νοικοκυριά των μεσαίων στρωμάτων συνήθως ακολουθούν τον συνδυασμό αυτοαπασχόλησης και μισθωτής εργασίας για τον άνδρα και μισθωτής εργασίας για την γυναίκα της οικογένειας. Η βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης και η αύξηση της κατανάλωσης τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, προήλθε από αυτή την τάση, πάντα σε συνδυασμό με άλλες δηλωμένες ή αδήλωτες απασχολήσεις. (Παναγιωτοπούλου 2014:254-258)
Σε όλη τη διάρκεια της ιστορικής της διαδρομής η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από χαμηλό επίπεδο συσσώρευσης του κεφαλαίου. Αυτό οφείλεται στον μικρό αριθμό ισχυρών επιχειρήσεων, μεγάλο αριθμό νανο-επιχειρήσεων και συγκριτικά τεράστιο αριθμό αυτοαπασχολούμενων. Το αποτέλεσμα αυτής της οικονομικής δομής είναι το υψηλότερο κόστος, η χαμηλή παραγωγικότητα και η ροπή προς την μη εξειδικευμένη και μη δεσμευτική απασχόληση, μέσα από την παραγωγική ανακύκλωση.
Τα παραγωγικά και τα καταναλωτικά πρότυπα εφαρμόζονται δυσανάλογα με μεγάλο οικονομικό κόστος. Η οικογένεια στο όνομα μιας επίπλαστης θαλπωρής, αντί να λειτουργεί ως κύτταρο παραγωγής, εξελίχθηκε σε μια λαίμαργη εστία κατανάλωσης, επιλέγοντας έναν τρόπο ζωής που δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει. (Παναγιωτόπουλος 2012:17-21)

Ο εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα είχε μάλλον διαμορφωθεί από ένα σύνολο ατομικών διαδρομών προς την ανάπτυξη και την ευημερία. Κάθε τι συλλογικό θεωρήθηκε ως ένα σύνολο από διαθέσιμους πόρους στη διάθεση ατόμων και συντεχνιών, χωρίς να απαιτείται αντάλλαγμα. (Τριανταφυλλίδου et al 2013:21)

4. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Ο Διαμαντούρος διακρίνει δύο είδη ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Η παρωχημένη, αποτελεί μια προ-δημοκρατική, εθνικιστική, αμυντική κουλτούρα που ευνοεί τα πελατειακά δίκτυα εξουσίας. Στέκεται φοβική απέναντι στη Δυτική κοσμοθεωρία και αμφίθυμη απέναντι στις δυνάμεις της αγοράς και τον καπιταλισμό, ενώ φέρει το ισχυρό αποτύπωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η νεώτερη πολιτική κουλτούρα, εμπνέεται από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, προωθεί την ορθολογική οργάνωση πολιτικής και κοινωνίας μέσα από την εκκοσμίκευση, τη δημοκρατία και την φιλελεύθερη οικονομία της αγοράς.
Μετά το 1974 η παραδοσιακή πολιτική κουλτούρα αναπτύχθηκε σε δύο τύπους. Η λαϊκιστική κουλτούρα που υποστηρίχθηκε κυρίως από το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980 προώθησε τη ρομαντική αναζήτηση ενός αντιδυτικού αλλά και αντικομουνιστικού τρίτου δρόμου, εξυμνώντας τον ελληνικό λαό μέσα από αναφορές στη θεμελιώδη αυθεντικότητα του. (Τριανταφυλλίδου et al 2013:18-20)

Το θανάσιμο ιδεολογικό κοκτέιλ που οδήγησε στη διαφθορά, τον αμοραλισμό, την απαξίωση πολλών κοινωνικών και πολιτικών θεσμών και στη συνέχεια στην ηθική και πολιτική κρίση της ελληνικής κοινωνίας, βασίστηκε σε μερικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Η κοινωνική άνοδος και η καλυτέρευση του επιπέδου διαβίωσης, αποτέλεσε διαχρονικά σταθερή, καθολικά αποδεκτή αξία και ιδεολογικό προσανατολισμό. Η πραγματοποίηση τους συχνά χωρίς πειθάρχηση στους κανόνες της οικονομικής ανάπτυξης που διέπεται από τα εξορθολογικοποιημένα πρότυπα των φιλελεύθερων συστημάτων της Ευρώπης, βασίστηκε στην Ελλάδα στην ατομική δραστηριοποίηση που ταυτιζόταν με τους κανόνες που διαμόρφωναν οι οικογενειακές και συγγενικές σχέσεις που διέπονταν από προσωπικές δεσμεύσεις ή υπαγωγή σε πελατειακά δίκτυα. Το ατομικό συμφέρον και η οικογενειακή αλληλεγγύη, αποτέλεσαν τον ύψιστο κώδικα συμπεριφοράς. (Παναγιωτοπούλου 2014:174-175)

5. Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

Μεταξύ των κοινωνιών του ευρωπαϊκού Βορρά και αυτών του Νότου παρατηρούμε ένα χάσμα, με τις κοινωνίες του Νότου να είναι οικονομικά λιγότερο ανταγωνιστικές, πολιτικά περισσότερο αυταρχικές και κοινωνικά περισσότερο άνισες, πελατειακές και οικογενειοκρατικές. Αυτές οι δομικές διαφορές οδηγούν σε μια «άνιση συναλλαγή», με τη μορφή μιας συνεχούς ροής πόρων από το Νότο προς το Βορρά, η οποία δεν αντισταθμίζεται με αντίθετης φοράς οικονομική βοήθεια. Σε μια τεράστια αγορά όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υφίστανται μηχανισμοί ανακατανομή πόρων, αλλά ούτε και ρυθμίσεις της ίδιας της αγοράς, ενώ το κοινό νόμισμα στερεί από τις μη ανταγωνιστικές οικονομίες την ενίσχυση των εξαγωγών, μέσω της υποτίμησης. (Μουζέλης 2012:12)

Η ελληνική οικονομία δεν μπόρεσε να ενταχθεί πλήρως στο νέο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας που έφερε η παγκοσμιοποίηση. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική και άλλες συντονισμένες δράσεις των ευρωπαϊκών κοινοτικών οργάνων που πραγματοποιήθηκαν στο όραμα της ευρωπαϊκής συμμετρίας, στέρησαν τη χώρα από παραγωγικά πλεονεκτήματα σε προϊόντα όπως η ζάχαρη, το βαμβάκι και τα λιπάσματα, που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση της στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας.
Το ευρωπαϊκό εγχείρημα αποδείχθηκε λειτουργικά και πολιτικά γυμνό, αφού κλυδωνίστηκε επικίνδυνα σε μια κρίση δημόσιου χρέους, ενός μέλους της τάξης του 2,5% της συνολικής ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η αποτίμηση της συμβολής των μεταναστών στην ανάπτυξη ή στην κρίση, παραμένει στις μέρες μας ένα ερευνητικό ζητούμενο. Σίγουρα όμως το γιγαντιαίο κύμα οικονομικο-πολιτικής μετανάστευσης επέδρασε παραμορφωτικά πάνω στη στρεβλή ελληνική οικονομία. (Παναγιωτόπουλος 2012:19-23)

6. ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ισχυρό παράγοντα της διαμόρφωσης της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας αποτέλεσε και η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία παρέμεινε προσκολλημένη σε προκαπιταλιστικές πρακτικές, εμπλουτίζοντας την κοινωνία με στενές αντιλήψεις και αδιαλλαξίες απέναντι σε οτιδήποτε ξένο, λειτουργώντας με έκδηλη εσωστρέφεια και έντονα κρατικιστικό προσανατολισμό. (Αλεξάκης 2008:112)
Η Ορθόδοξη Εκκλησία προστατεύεται συνταγματικά και ασκεί σημαντική κοινωνική και πολιτική επιρροή. Υιοθετεί συχνά μια εσωστρεφή, προστατευτική, «εθνικιστική» συλλογιστική και εξαργυρώνει τη συμβολή της στη δημιουργία του έθνους με την προνομιακή μεταχείριση από το κράτος. (Τριανταφυλλίδου et al 2013:20)

Το εθνικό μέλλον της νεώτερης Ελλάδας οικοδομήθηκε μέσα από μια κυρίαρχη ιστοριογραφία με την ελληνική αρχαιότητα, διαμορφώνοντας μια εθνική ταυτότητα με πολιτισμικές ιδιαιτερότητες που ισορροπεί μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας, ανατολής και δύσης, Ευρώπης και Βαλκανίων. (Τριανταφυλλίδου et al 2013:28-31)

7. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η μεταπολίτευση δεν πραγματοποίησε την απαραίτητη ρήξη με τον παρελθόν. Τα πελατειακά δίκτυα συνέχισαν να υφίστανται, ενώ οι λαϊκίστικες πιέσεις διαμόρφωναν τις κρατικές πολιτικές. Δημοσιουπαλληλία, κομματικοποιημένος συνδικαλισμός, βουλευτοκρατία και κομματικά κατευθυνόμενη πατρωνία, νέμονταν εξουσίες και απολαβές μέχρι τους πρώτους τριγμούς της οικονομίας.
Οι ευρωπαϊκές πολιτικές απέτυχαν να θεραπεύσουν τις παθογένειες και να διαχειριστούν τις συνέπειες.

8. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1 – Μανώλης Αλεξάκης, (2008) «Καθένας για το Εαυτό του και Όλοι Εναντίων Όλων: Θέσμιση του δημόσιου χώρου, πολιτική κουλτούρα και κοινωνικές συγκρούσεις στην Ελλάδα», Σωκράτης Κονιόρδος (επιμ), «Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Κοινωνίας», Πάτρα, ΕΑΠ.
2 – Κων/νος Τσουκαλάς, (2008) «‘Τζαμπατζήδες’ στη Χώρα των Θαυμάτων: Περί Ελλήνων στην Ελλάδα», Σωκράτης Κονιόρδος (επιμ), «Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Κοινωνίας», Πάτρα, ΕΑΠ.
3 – Ρόη Παναγιωτοπούλου, «Ορθολογικές Ατομοκεντρικές Πρακτικές στα Πλαίσια ενός ‘Ανορθολογικού’ Πολιτικού Συστήματος»
4 – Γ. Βούλγαρης (2006), «Κράτος και Κοινωνία Πολιτών στην Ελλάδα», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τ. 28, Αθήνα
5 – Ν. Μουζέλης (2012), Συνέντευξη για την οικονομική κρίση (σελ. 11-16), στο Α. Μουρίκη, Δ.Μπαλούρδος κ.ά. (επιμ), Το Κοινωνικό πορτραίτο της Ελλάδας 2012: Όψεις της κρίσης, Αθήνα, ΕΚΚΕ
6 – Β. Παναγιωτόπουλος (2012), Συνέντευξη για την οικονομική κρίση (σελ. 17-26), στο Α. Μουρίκη, Δ.Μπαλούρδος κ.ά. (επιμ), Το Κοινωνικό πορτραίτο της Ελλάδας 2012: Όψεις της κρίσης, Αθήνα, ΕΚΚΕ
7 – Α. Τριανταφυλλίδου, Ρ. Γρώπα και Χ. Κούκη (2013), «Είναι η Ελλάδα ένα νεωτερικό Ευρωπαϊκό κράτος;» (σελ. 15-49), στο βιβλίο των Α.Τριανταφυλλίδου, Ρ. Γρώπα και Χ. Κούκη (επιμ), Ελληνική κρίση και ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, Αθήνα Κριτική
8 – Ρ. Παναγιωτόπουλου Ρ. (2014), «Κοινωνική συνοχή στην ελληνική κοινωνία της οικονομικής κρίσης», Κοινωνιολογική Επιθεώρηση, τευχ. 1

h1

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΥΛΟ. Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ.

Ιουλίου 23, 2014

SOCIAL GENDER

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε αυτή την εργασία θα προσπαθήσω να περιγράψω τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής τάξης και του κοινωνικού φύλου, όπως εκφράστηκαν στις κυριότερες κοινωνιολογικές μελέτες για την κοινωνική στρωμάτωση. Στο πρώτο μέρος θα παρουσιάσω την θεμελιακή θεώρηση των Μαρξ και Βέμπερ για τις κοινωνικές τάξεις. Στο δεύτερο μέρος θα παραθέσω τα επιχειρήματα των νέο-μαρξιστών και νέο-βεμπεριανών Ράιτ και Γκόλντθορπ, ενώ στο τρίτο μέρος θα παρουσιάσω τους βασικούς όρους της συζήτησης καθώς και τον αντίλογο των φεμινιστριών συγγραφέων Στάνουωρθ, Στέησυ και Ουάλμπυ, καθώς και του Μαν.
Στο τελευταίο μέρος θα εκθέσω την σύγχρονη άποψη της Γιανγκ και τα συμπεράσματα των Φράνσις-Σκέλτον και της Παντελίδου – Μαλούτα.

1. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΣΤΟΥΣ ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΒΕΜΠΕΡ

Οι σχέσεις εξουσίας που επικρατούν σε κάθε κοινωνία δομούνται με βάση την ιεράρχηση των κοινωνικών ομάδων, βάσει της κοινωνικής του θέσης ή κατάστασης. Η κοινωνική τάξη αντανακλά τις διακριτές δομικές σχέσεις μέσα σε ένα οικονομικό σύστημα. Για του μαρξιστές η κοινωνική τάξη συνδέεται με τις οικονομικές σχέσεις που αποκτούν μια μορφή εκμετάλλευσης στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες, που ορίζονται με βάση τις σχέσεις ιδιοκτησίας. Κατά τον Μαρξ ο βασικός ταξικός διαχωρισμός στις καπιταλιστικές κοινωνίες αφορά τους κατόχους των μέσων παραγωγής «αστική τάξη» και σε αυτούς που κατέχουν μόνο την εργατική τους δύναμη «προλετάριοι». Όλες οι άλλες ενδιάμεσες τάξεις όπου αυτές υπάρχουν χάνουν την όποια ιδιαίτερη σημασία τους και ενσωματώνονται στις βασικές.
Οι σχέσεις ιδιοκτησίας, η γραφειοκρατική εξουσία ή ο καταμερισμός της εργασίας αποτελούν συμπαγείς οντότητες που υπαγορεύουν τη δική τους αυστηρή λογική στους κατόχους συγκεκριμένων κοινωνικών θέσεων, εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα του συστήματος. (Παπαδόπουλος 2008:163-165)

Η ιστορική εξέλιξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, πάντα σε άμεση συνάρτηση με την ιδιοκτησία, αποτελεί τη βάση της μαρξικής θεώρησης των σχέσεων των δύο φύλων. Σύμφωνα με αυτή, οι πατριαρχικές κοινωνικές σχέσεις διαμορφώθηκαν αρχικά εντός των φυσικών σχέσεων του οικογενειακού πλαισίου και μεταφέρθηκαν αργότερα ως κοινωνικές σχέσεις στην εργασιακή διαδικασία.
Η αναπαραγωγή της άμεσης (ιδιωτικής) ζωής μέσα στην οικογένεια μεταφέρεται στην κοινωνική (δημόσια) ζωή, με τους ίδιους όρους που θέτει η πατριαρχία. Για τους μαρξιστές οι οικογένειες εντάσσονται ως ενιαία σύνολα στις μεγάλες ταξικές διαιρέσεις των καπιταλιστικών κοινωνιών. Στην ανάλυση των Μαρξ-Ένγκελς οι οικογένειες εδράζονται στην πατριαρχική αντίληψη του άνδρα εργαζόμενου-κουβαλητή. Η θέση του εργαζόμενου στην παραγωγική διαδικασία και η σχέση του με τα μέσα παραγωγής διαμορφώνουν την ταξική δομή. (Μοσχονάς 2005:253-256)

Ο Βέμπερ εισηγείται τρόπους ταξικής στρωμάτωσης που δεν στηρίζονται στις τάξεις αλλά στο στάτους, προσθέτοντας στην ταξική διάκριση του Μαρξ τα άτομα των μεσαίων στρωμάτων που αρνούνται να ταξινομηθούν ως προλετάριοι, χωρίς όμως να ανήκουν στην τάξη των καπιταλιστών. Οι συνειδητές κοινότητες του Βέμπερ (οι ομάδες στάτους) μοιράζονται κοινά πολιτισμικά και καταναλωτικά πρότυπα που διαμορφώνουν μέσα από ένα κοινό τρόπο ζωής, μια θεμελιακή αίσθηση ταυτότητας.
Η Βεμπεριανή εκδοχή της διάρθρωσης της οικονομικής ανισότητας λειτούργησε ως θεραπαινίδα των προβλημάτων που δημιούργησε η στενή υλιστική αντίληψη των μαρξιστών για τη δημιουργία των τάξεων. Η ταξική του ανάλυση θεμελιώνεται στην κατανάλωση και όχι την παραγωγή. Διακρίνει τους ιδιοκτήτες ή τις τάξεις που έχουν ιδιοκτησία και διαθέτουν κεφάλαιο, καθώς και τις εμπορικές τάξεις με «θετικά προνόμια», όπως κι αυτούς που κατέχουν αγαθά, υπηρεσίες και δεξιότητες που μπορούν να τις διαθέσουν στην αγορά. Από την άλλη «αρνητικά» προνόμια έχουν οι τάξεις που περιλαμβάνουν τους ανελεύθερους, τους άπορους και όλους τους εργάτες. (Κασιμάτη 2001:47-49)

Οι ταξικές αναλύσεις αυτού του είδους (ιδίως η μαρξική) έχει θεωρηθεί ότι δεν αποδίδουν τη συλλογική και ατομική δράση στα ίδια τα άτομα, αλλά στα κοινωνικά χαρακτηριστικά που προσδιορίζει το ταξικό σύστημα. Έτσι αποτυγχάνουν να ερμηνεύσουν επιμέρους διαχωρισμούς (φυλετικούς, έμφυλους, θρησκευτικούς και εθνικούς), που διαπλέκονται με τους βασικούς ταξικούς διαχωρισμούς. Στις κλασικές ταξικές θεωρίες η παράμετρος του κοινωνικού φύλου για πολύ καιρό είτε αγνοείται εντελώς, είτε δεν συνεκτιμάται επαρκώς. (Παπαδόπουλος 2008:164-165)
Τις δεκαετίες του 1960 και 1970 αναπτύχθηκαν φεμινιστικές θεωρίες που θεωρούσαν τον καπιταλισμό υπεύθυνο για την δόμηση των κοινωνιών κάτω από την καταπιεστική του εξουσία. Αναπτύχθηκα μια «ρεαλιστική» φεμινιστική προσέγγιση που υποστήριζε πως οι έμφυλοι διαχωρισμοί συναντώνται στις κοινωνίες πριν από τα άτομα που τους διαμόρφωσαν και η «κονστρουβιστική» προσέγγιση, που θεωρεί τις έμφυλες σχέσεις άρρηκτα συνδεδεμένες με τις προσωπικές απόψεις και τον τρόπο που διαμορφώνουν την αλληλεπίδραση μας με άλλα άτομα. (Παπαδόπουλος 2008:166-167)

2. ΝΕΟ-ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟ-ΒΕΜΠΕΡΙΑΝΟΙ

Η αρχική θεωρία του Μαρξ για τις τάξεις θεωρήθηκε ανεπαρκής για να περιγράψει τις σύγχρονες κοινωνίες και αναθεωρήθηκε από τον E. Wright, ο οποίος περιλαμβάνει στην ανάλυση του τις νέες μεσαίες τάξεις. Αυτές προσδιορίζονται ως οι τάξεις που βρίσκονται στον χώρο μεταξύ των καπιταλιστών και των προλετάριων όπως οι διευθυντές, οι ημιαυτόνομοι εργάτες και οι μικροί επιχειρηματίες-εργοδότες. Την βάση για την διαφοροποίηση αυτών των αντιφατικών θέσεων αποτελεί η δυνατότητα ελέγχου στις επενδύσεις και τη συσσώρευση του πλούτου, στα μέσα παραγωγής και στην εργατική δύναμη. (Κασιμάτη 2001:50-52)
Σχετικά με τη θέση των γυναικών στην ταξική διάρθρωση ο Ράιτ σημειώνει τρία ζητήματα: α) την απόκτηση και κατανομή των πόρων μεταξύ ανδρών και γυναικών, β)την ταξική θέση των γυναικών που δεν συμμετέχουν στην αγορά εργασίας (όπως των νοικοκυρών) και γ)το ζήτημα αντιμετώπισης των γυναικών ως διακριτής κοινωνικής τάξης. Δεν θεωρεί τις έμφυλες σχέσεις ως άξονα της ταξικής διάρθρωσης, αλλά αναγνωρίζει το ρόλο τους στη μορφοποίηση των κοινωνικών τάξεων. Κανένα από τα παραπάνω τρία ζητήματα δεν αποτελεί ισχυρό επιχείρημα για τον ταξικό διαχωρισμό στη βάση του κοινωνικού φύλου.
Αργότερα ο Ράιτ αναθεωρεί την εννοιολόγηση του για την ταξική διάρθρωση σε ένα νέο ερμηνευτικό σχήμα που περιλαμβάνει την διάσταση του κοινωνικού φύλου, σαν μια διαμεσολαβούμενη ταξική θέση. Αντίθετα με την άμεση ταξική θέση που βασίζεται στην απασχόληση και την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αυτή αποδίδεται στα όντα μέσω των συγγενικών και οικογενειακών τους σχέσεων. (Παπαδόπουλος 2008:179-181)
Ο Ράιτ μέσα από τις μελέτες του σε παντρεμένες γυναίκες στις ΗΠΑ και την Σουηδία, εξετάζει τις επιπτώσεις της οικογενειακής ταξικής σύνθεσης. Στις ΗΠΑ η ταξική ταυτότητα των γυναικών δεν επηρεάζεται από το δικό τους επάγγελμα αλλά του συζύγου τους, ενώ στην ταξική ταυτότητα των παντρεμένων Σουηδέζων τόσο το δικό τους επάγγελμα, όσο και των συζύγων τους, έχουν την ίδια επιρροή. (Παπαδόπουλος 2008:181-182)

Ο νέο-βεμπεριανός Γκόλντθορπ βασίζει την ανάλυση του για τα δύο κοινωνικά φύλα στην Βρετανική Γενική Εκλογική Μελέτη του 1983, που αφορούσε το Ηνωμένο Βασίλειο πλην της Σκοτίας και της Ιρλανδίας, επισημαίνοντας τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις της κατανομής των γυναικών σε κοινωνικές τάξεις. Αναμορφώνει την «συμβατική» προσέγγιση που θέλει τις ταξικές θέσεις των οικογενειών να εκπορεύονται από τις ταξικές θέσεις των ανδρών, εισάγοντας τον παράγοντα της κινητικότητας των γυναικών που οφείλεται στον γάμο. Εντοπίζει διαφορές ως προς τα φύλλα, αφού οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα καθοδική κινητικότητα μετά τον γάμο.
Όσο αφορά την «κυριαρχική» προσέγγιση που εξετάζει το ποιος εκ των δύο συζύγων έχει την κυρίαρχη δέσμευση να συμμετέχει στην αγορά εργασίας, ο Γκόλντθορπ επισημαίνει διαφοροποιήσεις όταν η ταξική θέση των γυναικών εισάγεται στην ανάλυση, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα. Αυτού του είδους η προσέγγιση στηρίζεται κατά κύριο λόγο στον Έρικσον, ο οποίος εκλαμβάνει το άθροισμα των διαφορετικών ατομικών ταξικών θέσεων σαν τη συνολική ταξική θέση μιας οικογένειας. (Παπαδόπουλος 2008:183-184)

Ο Πάρκιν δίνει ιδιαίτερο βάρος στην έννοια της «κοινωνικής περιχαράκωσης», τονίζοντας το ρόλο των σχέσεων κοινωνικής δράσης και εξουσίας, παραπέμποντας σε μορφές κοινωνικού αποκλεισμού. Αντί του κοινωνικού κύρους που χρησιμοποιούν οι λειτουργιστές, ο Πάρκιν εξετάζει τη σχέση φύλου και στρωμάτωσης από την πλευρά της τάξης. Θεωρεί ότι η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας επηρεάζει οριακά την παραδοσιακά ανδροκρατούμενη κοινωνική σύνθεση της ταξικής στρωμάτωσης. (Μοσχονάς 2005:246)

3. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΦΥΛΟΥ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ

Σε αυτό το σημείο της εργασίας κρίνεται χρήσιμο να ορίσουμε κάποιες από τις βασικές κοινωνιολογικές έννοιες που θα χρησιμοποιήσουμε παρακάτω.
Με τον όρο βιολογικό φύλο ορίζουμε την ταυτότητα που αποκτάει το άτομο με την γέννηση του (άνδρας ή γυναίκα) και καθορίζει τον βιολογικό του ρόλο στην αναπαραγωγή. Ως κοινωνικό φύλο ορίζουμε την κοινωνική κατασκευή που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να κατανοήσουν και να διαχειριστούν την ύπαρξη δύο διαφορετικών φύλων.
Η έμφυλη ταυτότητα αφορά την αντίληψη του ατόμου σχετικά με το φύλο στο οποίο ανήκει και αποτελεί προϊόν ανθρώπινης διαντίδρασης αφού διαμορφώνεται από τον καθένα για τον εαυτό του αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετωπίζουν οι άλλοι.
Οι έμφυλοι ρόλοι αποτελούν πολιτισμικά χαρακτηριστικά που καθορίζονται από την κοινωνία και τον πολιτισμό και καθορίζουν την συμπεριφορά των ατόμων ανάλογα με το φύλο στο οποίο ανήκουν. (Hughes-Kroehler 2007:421-422)

Η «συμβατική» προσέγγιση του Γκόλντθορπ δέχθηκε σημαντική κριτική από διάφορες πλευρές αλλά και σημαντική υποστήριξη.
Η Στάνουωρθ ανατρέπει τους ισχυρισμούς του Γκόλντθορπ που θεωρεί ότι οι υποδιέστερες ταξικές θέσεις των γυναικών αποτελούν απλά μια έκφραση της οικογενειακής ιεραρχίας των συζύγων πάνω στις γυναίκες τους, εκφράζοντας την άποψη ότι ευθύνεται η κυριαρχία των ανδρών πάνω στις διαδικασίες του σχηματισμού των κοινωνικών τάξεων. Πιστεύει ότι οι θεωρητικοί της κοινωνικής στρωμάτωσης αγνοούν στις αναλύσεις τους σημαντικά ζητήματα όπως τη λειτουργία της αγοράς εργασίας απέναντι στις γυναίκες, τις διαδικασίες μορφοποίησης των συσχετισμών ανάμεσα στις έμφυλες ταξικές θέσεις, τη σημασία της απλήρωτης εργασίας μέσα στην οικογένεια και τις σχέσεις μεταξύ ατόμων, νοικοκυριών και οικογενειών μέσα στο ταξικό σύστημα. (Παπαδόπουλος 2008:172-173)
Η Στέησυ επισημαίνει την ύπαρξη δύο διακριτών σφαιρών στη σύγχρονη οικονομία (δημόσια και ιδιωτική). Θεωρώντας ότι η έμφυλη διάταξη που εφαρμόζεται στην οικιακή σφαίρα, εφαρμόζεται και στη δημόσια. Η κλασική έμφυλη διάταξη συνεχίζει να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην διαδικασία σχηματισμού των τάξεων και στον ορισμό των ομάδων με βάση το κύρος/γόητρο, μέσα από τους μηχανισμούς μεταβίβασης της ιδιοκτησίας, των δεξιοτήτων και των πόρων.
Η Ουάλμπυ θεωρεί την οικιακή εργασία ως ιδιαίτερη μορφή εργασίας η οποία αποκρύπτεται από τις μελέτες που χρησιμοποιούν την οικογένεια και όχι τα άτομα ως μονάδα ανάλυσης. (Παπαδόπουλος 2008:174-175)

Την δεκαετία του 1980 ο Μαν εκπροσωπώντας την ενδιάμεση συνδυαστική θέση, τάσσεται υπέρ μιας θεώρησης κοινωνικού φύλου και στρωμάτωσης σε ενιαία βάση, υπογραμίζοντας ότι αντίθετα με τη σαφή διάκριση δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας που συναντάμε στις παραδοσιακές πατριαρχικές κοινωνίες, στις σύγχρονες το φύλο δεν επηρεάζει τη δομή της δημόσιας στρωμάτωσης. Ο διαχωρισμός των δύο σφαιρών έχει εκλείψει, οδηγώντας στην κατάργηση της πατριαρχίας.
Μέσα από την διαπλοκή των δύο σφαιρών το κοινωνικό φύλο και η κοινωνική τάξη αλληλεπιδρούν διαμορφώνοντας μια περίπλοκη κοινωνική στρωμάτωση στην οποία δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος από τους δύο παράγοντες έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η στρωμάτωση είναι έμφυλη και το κοινωνικό φύλο στρωματοποιημένο. (Παπαδόπουλος 2008:175-177)

4. Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Ο νεοφιλελεύθερος χαρακτήρας της παγκοσμιοποίησης δημιουργεί έναν τρίτο πυλώνα στη μελέτη του κοινωνικού φύλου. Σύμφωνα με την Young, ο καπιταλισμός επιτάσσει τη συμμετοχή των γυναικών στην εργασιακή διαδικασία χωρίς όμως να παρέχει τις απαραίτητες κοινωνικές υποδομές, που θα επέτρεπαν στις μητέρες να εργαστούν. Αυτό δημιουργεί έναν νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας μεταξύ των γυναικών, που δημιουργεί από τη μια μεριά «κυρίες» και από την άλλη «υπηρέτριες».
Οι δεύτερες είναι κυρίως μετανάστριες που απασχολούνται ως υπηρετικό προσωπικό σε μια κατά βάση ανεπίσημη αγορά εργασίας, ώστε οι πρώτες να εργάζονται με πλήρη ωράρια στην επίσημη αγορά εργασίας.
Σαν αποτέλεσμα η είσοδος των γυναικών στην παραγωγική διαδικασία οξύνει την κοινωνική διαφοροποίηση των γυναικών. Οι μορφωμένες γυναίκες της μεσαίας τάξης κατέχουν θέσεις εργασίας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, δίπλα σε γυναίκες περιορισμένων προσόντων, που εργάζονται ως εσωτερικές υπηρέτριες ώστε οι γυναίκες της μεσαίας τάξης να πραγματώσουν τον επαγγελματικό του ρόλο. (Μοσχονάς 2005:258-259)

Μελετώντας τα συμπεράσματα της έρευνας των Φράνσις και Σκέλτον για τον ρόλο του κοινωνικού φύλου στην εκπαίδευση στην Αγγλία, βλέπουμε ότι τα κορίτσια της εργατικής τάξης παρά την τεράστια πρόοδο που σημείωσαν στις σχολικές επιδόσεις τις τελευταίες δεκαετίες, δεν στάθηκε δυνατό να διαρρήξουν τα στεγανά της βρετανικής εκπαίδευσης. Τα περισσότερα κορίτσια της εργατικής τάξης που πέτυχαν υψηλές σχολικές επιδόσεις ήταν παιδιά που διέφεραν εντελώς από την συντριπτική πλειοψηφία του οικογενειακού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος, αναδεικνύοντας το στοιχείο της υποκειμενικότητας της μεσαίας τάξης. (Φράνσις-Σκέλτον 2008:281)

Από την οπτική της Παντελίδου – Μαλούτα, στις χώρες της νότιας Ευρώπης όπου οι πατριαρχικές αντιλήψεις για τη δομή της οικογένειας παραμένουν ισχυρές, υπάρχει σαφές έλλειμμα αντιπροσώπευσης των γυναικών στους πολιτικούς μηχανισμούς, φέρνοντας πάλι στο προσκήνιο τη σχέση δημόσιου-ιδιωτικού. (Παντελίδου-Μαλούτα 2002:53)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Θεωρώ πειστικότερα τα επιχειρήματα της ενδιάμεσης συνδυαστικής θέσης του Μαν.
Η περίπλοκη κοινωνική στρωμάτωση των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών δεν έχει καταφέρει να καταργήσει τις κοινωνικές τάξεις, ενώ το κοινωνικό φύλο τις έχει μετασχηματίσει. Τα νέο-πατριαρχικά χαρακτηριστικά που αναδύθηκαν στις σύγχρονες κοινωνίες εισάγουν ζητήματα πολιτικής στη συζήτηση για τις κοινωνικές τάξεις καθώς ξεφεύγουν από τα κοινωνικά όρια.
Το ότι το φύλο συνεχίζει να αποτελεί κοινωνική ιεράρχηση αποτελεί ένα γεγονός με ανάμικτα αποτελέσματα. Ποιος άραγε από εμάς θα προσλάμβανε άνδρα baby-sitter για τα παιδιά του ή γυναίκα κηπουρό για να κλαδέψει τα δέντρα του κήπου;

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Παπαδόπουλος, Γ., Α., «Η συζήτηση σχετικά με το κοινωνικό φύλο και την κοινωνική τάξη» στο Ανθολόγιο Θεωρητικά Διλήμματα και Κοινωνική Πραγματικότητα, ΕΑΠ, Πάτρα, 2008
Μοσχονάς, Α., «Τάξεις και στρώματα στις σύγχρονες κοινωνίες: ερμηνευτικές προσεγγίσεις και ειδικές αναφορές», Οδυσσέας, Αθήνα, 2005.
Hughes, Μ., Kroehler, C.J., (2007), «Κοινωνιολογία: Οι βασικές έννοιες», Κριτική, Αθήνα, 2007.
Κασιμάτη, K. (2001), «Δομές και Ροές: το φαινόμενο της κοινωνικής και επαγγελματικής κινητικότητας», Gutenberg ,Αθήνα, 2001.
Παντελίδου-Μαλούτα, Μ.,«Το Φύλο της Δημοκρατίας», Σαββάλας, Αθήνα, 2002.

Francis, B., & Skelton, B., «Διερευνώντας το Κοινωνικό Φύλο: Σύγχρονες Προσεγγίσεις για την Εκπαίδευση, K.E.Θ.Ι., Αθήνα, 2008.

h1

ΒΕΜΠΕΡ, ΜΑΡΞ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Ιουλίου 23, 2014

MARX-WEBER

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε αυτή την εργασία θα προσπαθήσω να συγκρίνω τις απόψεις των Μαρξ και Βέμπερ αναφορικά με το ρόλο της εργασίας στον καπιταλισμό.
Στο πρώτο μέρος θα εκθέσω τις απόψεις του Βέμπερ σχετικά με το θέμα και στο δεύτερο μέρος τις απόψεις του Μαρξ. Στο τρίτο μέρος θα επιχειρήσω μια σύγκριση των δύο τοποθετήσεων.

Στόχος των δύο διανοητών ήταν η ερμηνεία της ανάπτυξης του σύγχρονου καπιταλισμού στην Ευρώπη. (Giddens 1970:121) Ο Βέμπερ επιχειρεί να απεμπλέξει τον καπιταλισμό από τις υλιστικές ερμηνείες των μαρξιστών, εστιάζοντας σε μια ιδεολογική και κοινωνική ερμηνεία των αιτίων και της δομής του. Όντας μεταγενέστερος του Μαρξ, η μονογραφία του θεωρείται από πολλούς ως μια προσπάθεια επιβολής του ιδεαλισμού στον υλισμό. (Κονιόρδος 2002:87-88)

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ

Η θέση του Max Weber

Για τον Βέμπερ ο Θεός, δημιουργεί για την ωφέλεια των ανθρώπων την έλλογη κοινωνική οργάνωση, που περιλαμβάνει και τις ρυθμισμένες κοινωνικές σχέσεις. Θέλημα Θεού λοιπόν αλλά και ανάγκη συμμόρφωσης στις βουλές του αποτελεί η εύρυθμη κοινωνική οργάνωση μέσω της εργασίας. (Κονιόρδος 2002:66) Έτσι αντίθετα με του καθολικούς, ο Θεός του καλβινισμού απαιτούσε από τους πιστούς του όχι μερικά «καλά έργα», αλλά μια ζωή καλών έργων συνδυασμένα μέσα σε ένα σύστημα. (Βέμπερ 2006:102)
Η ψυχολογική πίεση στον πιστό για τη συνεχή, μέσω της εργασίας επιτυχία στο επάγγελμα, οδηγεί στην προαγωγή έλλογων και μεθοδικών μορφών δραστηριότητας και εργασίας. Έτσι η θρησκευτικότητα των ασκητικών προτεσταντών, παράγει το μη αναμενόμενο αποτέλεσμα της παραγωγής του έλλογου καπιταλισμού, καθώς με τη μεταρρύθμιση, κάθε χριστιανός θα έπρεπε να είναι μοναχός σε όλη του τη ζωή, ασκώντας τα ασκητικά ιδεώδη μέσα στην εγκόσμια επαγγελματική ζωή. ,(Κονιόρδος 2002:68 & Βέμπερ 2006:106)
Ο μεταρρυθμισμένος πιετισμός προσπαθούσε να εξασφαλίσει τη σωτηρία μέσα στην επαγγελματική ζωή, ασκώντας ακόμη πιο αυστηρό έλεγχο της συμπεριφοράς στο επάγγελμα, αγκιστρώνοντας στέρεα, μια θρησκευτική επαγγελματική ηθική. (Βέμπερ 2006:115) Ο περιορισμός της κατανάλωσης και η συνεχής θρησκευτικά αξιολογούμενη προσπάθεια στην εργασία, οδηγεί κατά τον Βέμπερ, μέσα από τον ασκητικό εξαναγκασμό για την αποταμίευση, στο σχηματισμό κεφαλαίου. Το κεφάλαιο που πλέον δεν ξοδεύεται, διοχετεύεται σε παραγωγικές επενδύσεις και στην καπιταλιστική ανέλιξη.(Κονιόρδος 2002:74) Η σκληρή αδιάκοπη σωματική και πνευματική εργασία χρησίμευε όχι μόνο στην επιδίωξη μιας «άγιας ζωής», αλλά και σαν προληπτικό μέσο εναντίον των σεξουαλικών πειρασμών, των θρησκευτικών αμφιβολιών αλλά και της ηθικής αναξιότητας. Η δε απροθυμία για εργασία, η σπατάλη χρόνου και η πολυτέλεια αποτελούσαν συμπτώματα έλλειψης χάρης. (Βέμπερ 2006:138)
Για την εξέλιξη του καπιταλισμού τεράστια σημασία έχει και η επικρατούσα αντίληψη ότι ο πιστός πρέπει να κερδίζει όσο το δυνατόν περισσότερα και να αποταμιεύει όσο το δυνατόν περισσότερα, δηλαδή να γίνει πραγματικά πλούσιος. Αυτή η προτροπή συμβάλλει στη διάχυση μιας συγκεκριμένης οικονομικής πρακτικής που με τη σειρά της διαμορφώνει έναν επαγγελματικό ήθος το οποίο απαντάται εξίσου σε επιχειρηματίες και εργάτες. (Κονιόρδος 2002:74) Και οι δύο τάξεις είναι πεπεισμένες ότι επιτελούν έργο που υπηρετεί τη δόξα του Θεού αφού η κλήση στο επάγγελμα ή την επιχειρηματική δραστηριότητα είναι θεϊκή. (Κονιόρδος 2002:73)
Με αυτόν τον τρόπο η απαραίτητη στον καπιταλισμό διαδικασία κεφαλαιακής συσσώρευσης, προάγεται από την αναγωγή της εργασίας σε θεάρεστο έργο, αλλά και από την αποφυγή της κατανάλωσης υπό τον φόβο της αμαρτίας. (Κονιόρδος 2002:68)

Με τη δικαίωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας που αποσκοπεί στο κέρδος και όχι απλά στη διατήρηση του εισοδήματος, δίνεται μεγάλη ώθηση στην καπιταλιστική δραστηριότητα. (Κονιόρδος 2002:73) Αυτή η νέα ηθική αποδοχής κέρδους, ωθεί τους πιστούς στην δημιουργία όσο το δυνατόν μεγαλύτερου κέρδους, ενώ η άρνηση της πραγματοποίησης της, αποτελεί αντίθεση στη θεϊκή επιταγή. (Κονιόρδος 2002:72) Μια θεϊκή επιταγή που δεν εξαιρεί κανέναν. Όπως και οι φτωχοί, οι πλούσιοι πρέπει να υπακούν στη θεϊκή εντολή για εργασία, καθώς η εντολή για υποταγή στην εργασιακή μοίρα είναι απόλυτη. (Βέμπερ 2006:139)

Καθώς τα επιτεύγματα της εργασίας ενός ανθρώπου είναι ασταθή και ευκαιριακά έξω από ένα σταθερό επάγγελμα, η εξειδίκευση των επαγγελμάτων ευνοείται, καθώς κάνει δυνατή την απόκτηση δεξιοτεχνίας για τον εργάτη, ο οποίος μέσα από την ποσοτική και ποιοτική βελτίωση της παραγωγής, εξυπηρετεί το κοινό καλό. (Βέμπερ 2006:140) Δεν φτάνει λοιπόν μόνο η εργασία καθαυτή, αλλά ο Θεός απαιτεί την έλλογη επαγγελματική εργασία, μέσα από το χρησιμότερο και αποδοτικότερο επάγγελμα για τον καθένα. (Βέμπερ 2006:141) Η σπατάλη χρόνου σε μη επικερδείς δραστηριότητες στερεί τον χρόνο αυτό από τη δόξα του Θεού. Ο πιστός, πρέπει να διαχειριστεί σωστά τα αγαθά που η θεία χάρη του εμπιστεύθηκε. (Βέμπερ 2006:148)

Για τον Βέμπερ, κοιτίδα του σύγχρονου οικονομικού ανθρώπου στάθηκε η πουριτανική αντίληψη μιας οικονομικά ορθολογικής ζωής που αναπόφευκτα οδηγεί σε συσσώρευση κεφαλαίου. (Βέμπερ 2006:151-152)

Η Θέση του Karl Marx

Για τον Μαρξ οι σχέσεις παραγωγής αποτελούν μόνιμο πεδίο έντασης και τριβής των δύο μερών (εργάτη και κεφαλαιοκράτη). Οι εργάτες αποκτούν ταξική συνείδηση αναγνωρίζοντας την ανάγκη κατάργησης του καπιταλισμού μέσα από την ταξική πάλη, μια πορεία κοινωνικών και πολιτικών επαναστατικών αγώνων. (Κονιόρδος 2002:89) Ο Μαρξ δίνει στην εργασία μια διάσταση πέρα από την καθαρά οικονομική. Θεωρεί ότι εκτός από μέσο βιοπορισμού, συνιστά και φορέα υλοποίησης της προσωπικότητας και διαμόρφωσης της συνείδησης. Ταυτίζει δηλαδή την εργασία με αυτοπραγματοποίηση της ανθρώπινης προσωπικότητας.(Ρωμανός:14-15)
Ορίζει τη σχέση ανταλλαγής (κάθε σχέση που περιλαμβάνει το προϊόν), σαν κοινωνική σχέση, μια σχέση μεταξύ ανθρώπων. Στον καπιταλισμό αυτή η σχέση αντικαθίσταται με σχέση μεταξύ των πραγμάτων (εμπορευμάτων). (Αντωνοπούλου:136) Το σύνολο της κοινωνίας, των διαδικασιών, της δράσης και της αλληλεπίδρασης των σχέσεων που τη διέπουν ορίζεται από τους όρους της ανταλλαγής και το ρόλο του κάθε ατόμου στην παραγωγή. (Αντωνοπούλου:142)
Θεωρεί ότι μέσα από την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας, ο εργάτης υποβιβάζεται σε εμπόρευμα, χάνει την ταυτότητα του και υποδουλώνεται στα αντικείμενα. Χάνει εν ολίγοις τον εαυτό του. (Μαρξ 1975:92-93) Ο εργάτης δεν επιβραβεύει τον εαυτό του στην εργασία, αφού αυτή δεν ανήκει στη βαθύτερη ύπαρξη του, δηλαδή είναι εξωτερική προς αυτόν. Η εργασία καταπιέζει τη φυσική του ενεργητικότητα καταστρέφοντας το πνεύμα του και απονεκρώνοντας τη σάρκα του. Νιώθει ότι είναι ο εαυτός του μόνο εκτός εργασίας. (Μαρξ 1975:95)
Στον καπιταλισμό η εργασία του άμεσου παραγωγού (εργάτη) χάνει τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά αφού γίνεται απλή ανάλωση εργασιακής δύναμης. Η τεχνογνωσία απομακρύνεται από τον εργάτη και ενσωματώνεται στις μηχανές. Οι μηχανές ενσωματώνουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά της ειδικευμένης εργασίας, μετατρέποντας τον εργάτη σε ένα απλό εξάρτημα τους. (Αντωνοπούλου:123-124)
Το προϊόν της εργασίας του, δεν ανήκει στον ίδιο τον εργάτη. Ο μόχθος του, δίνει χαρά ή απόλαυση μέσω της κατανάλωσης του προϊόντος σε κάποιον άλλο, μέσα από μια ανελεύθερη δραστηριότητα όπως η εργασία στο ζυγό ενός άλλου ανθρώπου. (Μαρξ 1975:101) Η εργασία του ατόμου στον καπιταλισμό έχει μόνο έμμεση σχέση με το προϊόν το οποίο παράγει, γιατί μόνο κάτω από την εξουσία και την πρωτοβουλία του κεφαλαίου μπορεί να υπάρξει παραγωγή. (Αντωνοπούλου:125)

Πολύ σημαντικό αποτέλεσμα του καπιταλισμού θεωρεί ο Μαρξ την αλλοτρίωση. Στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα διακρίνει τρεις μορφές αλλοτρίωσης: την αλλοτρίωση του εργάτη από το προϊόν της εργασίας του-το οποίο φαντάζει στα μάτια του πλέον σαν «ξένο αντικείμενο» αφού το ιδιοποιείται κάποιος άλλος. Έτσι το αντικείμενο πλέον αποκτά μια δύναμη ανεξάρτητη από αυτόν που το παρήγαγε.
Επίσης, αλλοτρίωση ή «αυτοαλλοτρίωση», όπως χαρακτηρίζει την αποξένωση του εργάτη από τον εαυτό του (συνέπεια της αποξένωσης του από το προϊόν) και την ίδια την εργατική του ταυτότητα. Τέλος η αλλοτρίωση περιλαμβάνει τη νόθευση του συλλογικού χαρακτήρα της παραγωγικής δραστηριότητας, λόγω του καταμερισμού της εργασίας. (Μάρξ 1975:92-100)
Διαβλέπει μια πολιτική και οικονομική απολύτρωση στην οποία θα οδηγηθεί ο άνθρωπος μέσα από τη χαλιναγώγηση των καπιταλιστικών μέσων παραγωγής που θα επιφέρει η κομμουνιστική επανάσταση. (Ρωμανός: 22-23)

ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Ο Βέμπερ τονίζει τον ιδεοτυπικό χαρακτήρα της μαρξικής αντίληψης. Θεωρεί ότι η μαρξική προσέγγιση αποτελεί απλά έναν ιδεότυπο, ενώ παράλληλα μετατοπίζει το ενδιαφέρον του στη μοναδικότητα της κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος στη Δύση. (Κονιόρδος 2002:92)
Ο Μαρξ τονίζει τη σημασία των ενεργών φορέων κοινωνικής δράσης, όπως ονομάζει τα τμήματα των κοινωνικών τάξεων. Με αμεσότερο τρόπο, ο Βέμπερ σχετίζεται με την εμπειρική πραγματικότητα μέσα από την κατασκευή του ιδεότυπου. Ο Μαρξ παρουσιάζει μια ολιστική προσέγγιση της ιστορίας, εξετάζοντας σαν σύνολο την ιστορική πορεία, μέσα από την κοινωνική μεταβολή. (Κονιόρδος 2002:93)

Οι δύο στοχαστές συμφωνούν ότι ο ανορθολογισμός που διέπει τον καπιταλισμό αποτελεί σημαντικό πρόβλημα, αλλά τον αποτιμούν διαφορετικά. Ο μεν Μαρξ υποστηρίζει ότι αποτελεί εγγενή αδυναμία του συστήματος, ενώ ο Βέμπερ ότι αποτελεί προϊόν εξωκοινωνικών και υπεριστορικών δυνάμεων. (Κονιόρδος 2002:94)

Οι έννοιες που δίνει ο καθένας για τον καπιταλισμό, επίσης διαφέρουν. Για τον Μαρξ ο όρος αφορά τη γενίκευση της εμπορευματικής οικονομίας, δηλαδή την παραγωγή αγαθών αποκλειστικά προς πώληση. Ο Βέμπερ δεν ασχολείται καθόλου με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Για αυτόν ο καπιταλισμός γαλουχήθηκε και άνθισε κάτω από τις προτεσταντικές διδαχές για την εργασία και τον καπιταλισμό. (Κονιόρδος 2002:95) Για τον Μαρξ ο οικονομικός παράγοντας έχει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ιδεολογικού οικοδομήματος της κοινωνίας, ενώ για τον Βέμπερ ο ιδεολογικός παράγοντας ήταν αυτός που καθόρισε την οικονομική δραστηριότητα. (Κονιόρδος 2002:88-91) Το ιδεολογικό εποικοδόμημα ελέγχεται σύμφωνα με τον Μαρξ από τους κατόχους των μέσων παραγωγής, διαμορφώνοντας αυτό που αποκαλεί κυρίαρχη ιδεολογία με σκοπό την καθιέρωση και αναπαραγωγή των σχέσεων εξάρτησης. (Μαρξ-Ένγκελς 1997:8)
Ο Βέμπερ αποδέχεται ότι τα ψυχολογικά θεμέλια του δυτικού καπιταλισμού δεν είναι μοναδικά. Αναγνωρίζει ότι ανάλογες ηθικές προσεγγίσεις για τα οικονομικά ζητήματα είχαν αναπτύξει και άλλες θρησκείες, αλλά και εκδοχές του χριστιανισμού, αλλά θεωρεί τον προτεσταντισμό μοναδικό ως προς τη χρονική στιγμή και το γεωγραφικό χώρο που εμφανίστηκε. Ο Μαρξ αγνοεί τις ψυχολογικές επιδράσεις που γέννησαν τον καπιταλισμό και εστιάζει στις ψυχολογικές επιδράσεις που αυτός επέφερε, όπως η αλλοτρίωση. (Κονιόρδος 2002:98)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο Μαρξ προσανατολίζεται περισσότερο στο ατομικό επίπεδο, στον άνθρωπο, στον εργάτη. Ο Βέμπερ εστιάζει κυρίως σε ιδεολογικούς και θρησκευτικούς θεσμούς. Ο Μαρξ πιστεύει ότι ο παραγόμενος πλούτος θα πρέπει να ανήκει στον εργάτη, του οποίου ο μόχθος παράγει το εμπόρευμα. Ο Βέμπερ πιστεύει ότι αν ο Θεός ήθελε να ανυψώσει τον εργάτη από τη θέση του, θα το έπραττε με κάποιον τρόπο. Μέχρι τότε όμως η εκμετάλλευση της εργασίας του ανήκει στον εργοδότη.
Έτσι, ο Βέμπερ απενοχοποιεί τον καπιταλισμό από τις αδικίες που του προσάπτει ο Μαρξ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.Κονιόρδος Σ., Η θέση του Βέμπερ για την Προτεσταντική Ηθική της Εργασίας, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2002
2.Marx K., Engels F., Η Γερμανική Ιδεολογία Α’ τόμος, μτφρ. Φιλίνη Κ., Εκδόσεις GUTENBERG Αθήνα 1997
3. Giddens A., Ο Marx, o Weber και η εξέλιξη του καπιταλισμού, στο Η θέση του Βέμπερ για την Προτεσταντική Ηθική της Εργασίας μτφρ. Χρονόπουλος Σ., Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2002
4. Weber Μax, Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού, μτφρ. Κυπραίος Μ.Γ., Εκδόσεις GUTENBERG, Αθήνα 2006
5. Αντωνοπούλου, Μ., Οι Κλασικοί της Κοινωνιολογίας: Κοινωνική Θεωρία και Νεότερη Κοινωνία, Εκδόσεις Σαβάλλα, Αθήνα 2008
6. Μαρξ Κ., Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, Εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα 1975
7. Β. Ρωμανός, «Χειραφέτηση και Εργασία: Marx και Arendt» στο Χ. Καρακιουλάφη και Μ. Σπυριδάκη (επιμ), Εργασία και Κοινωνία: Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις, Εκδόσεις Διόνικος, Αθήνα, 201

h1

Ο ΒΕΜΠΕΡ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΕΝΤΑΣΣΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

Ιουλίου 23, 2014

weber

Θα τη δεις να στράφτει στο μπράτσο που δουλεύει τον κασμά ή καρφώνει το ξυλόκαρφο˙ είναι εκείνη η αξιοπρέπεια που έχει όλος ο λαός
και που σ’ όλο τον κόσμο ακτινοβολεί αιώνια φως από τον Θεό!
Herman Melville – Moby Dick

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Μαξ Βέμπερ (1864-1920) υπήρξε ένας από τους κορυφαίους κοινωνιολόγους του 20ου αιώνα. Αρνήθηκε να δεχτεί τις αιτιοκρατικές ερμηνείες των κοινωνικών φαινομένων και την όποια μεταφυσική τους προσέγγιση (π.χ. αόρατο χέρι του A. Smith) δεχόταν οι προηγούμενες κοινωνικές θεωρίες.
Πίστευε ότι για να γίνει κατανοητός ο κόσμος, πρέπει ο κοινωνικός επιστήμονας να καταφέρει να ερμηνεύσει τη δράση των ατόμων, σε συνάρτηση με το νόημα που τα ίδια της δίνουν με βάση τις αξίες τους. Η ιστορία θα πρέπει να ανεξαρτητοποιηθεί από την αντικειμενικότητα που ήθελαν να αναδείξουν παλαιότεροι στοχαστές και να βρει στέρεα βάση στην υποκειμενικότητα με την οποία νοηματοδοτείται κάθε πράξη. (Lallement 2001:221-223)

Στην «Προτεσταντική Ηθική» ο Βέμπερ επιχειρεί να απαντήσει στο γιατί ο καπιταλισμός στη σύγχρονη εκδοχή του εμφανίστηκε μόνον στη δυτική Ευρώπη και να διαπιστώσει τις ιδεολογικές συνθήκες που συνέβαλαν σε αυτό. Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε με βάση την ΠΗ να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε το «πνεύμα του δυτικού καπιταλισμού» και το πώς αυτό διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση των ιδεών.

ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Στην εισαγωγή της ΠΗ ο Βέμπερ εξετάζει την ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού, αναλύοντας τους τομείς όπου η Δύση υπερέχει έναντι άλλων πολιτισμών. Αναφορικά με την επιστήμη που βασίζεται στην εμπειρική-πειραματική τεκμηρίωση, οι δυτικές κοινωνίες παρουσιάζουν σαφή υπεροχή. Ομοίως και στους τομείς του δικαίου και των τεχνών με τα ορθολογιστικά τους θεμέλια. Στις κρατικές δομές η εξειδικευμένη υπαλληλία, αποτελεί το στυλοβάτη του σύγχρονου κράτους και της οικονομίας. (Weber 2006:11-14)
Η επικράτηση όμως του καπιταλισμού, ενός πλήρους συστήματος κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης (Κονιόρδος 2002:23), είναι αυτό που ουσιαστικά διαφοροποιεί τον δυτικό πολιτισμό. Εδώ ο όρος νοείται με την έννοια της επιδίωξης του συνεχώς αυξανόμενου κέρδους με ειρηνικά μέσα, εντός του ορθολογιστικού πλαισίου μιας οργανωμένης επιχείρησης. (Weber 2006:15) Παρά τις ομοιότητες του με παρόμοια οικονομικά συστήματα εκτός της Δύσης, το καίριο σημείο που τον διαφοροποιεί, είναι η ορθολογιστική οργάνωση της τυπικά ελεύθερης εργασίας. (Κονιόρδος 2002:25) Αυτός ο τρόπος λειτουργίας έχει άμεση συνέπεια και στον τρόπο με τον οποίο δομείται η σύγχρονη κοινωνία. Οι εργάτες δεν εξαναγκάζονται άμεσα να εργαστούν, είναι τυπικά ελεύθεροι και ο επιχειρηματίας μπορεί να υπολογίζει το κόστος και το κέρδος του, βάσει του τρόπου αμοιβής του. (Αντωνοπούλου 2008:374)
Η απομάκρυνση της εργασίας από τον οίκο, αν και παρατηρείται και εκτός Δύσης (π.χ. ανατολίτικα παζάρια), μόνο στη Δύση αποκτά το μέγεθος και την νομική υπόσταση που θα οδηγήσει μέσα από μια ρασιοναλιστική λογική, στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις. (Κονιόρδος 2002:19)
Άλλη μια δυτική ιδιαιτερότητα αποτελεί η εξέλιξη της πόλης στη Δύση, σε κοιτίδα βιοτεχνικών και εμπορικών δραστηριοτήτων οργανωμένων σε ορθολογικό πλαίσιο, καθώς και η εμφάνιση των αστών. (Κονιόρδος 2002:27) Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της Δύσης ήταν ότι οι πρώτοι επιχειρηματίες-καπιταλιστές δραστηριοποιήθηκαν και άκμασαν οικονομικά σε αυτόνομες πόλεις, σε πολιτικές δηλαδή μονάδες όπου η επιρροή των γαιοκτημόνων ήταν περιορισμένη. (Landes 2009:39)
Ο καταλυτικός παράγοντας διαφοροποίησης των δυτικών κοινωνιών για τον Βέμπερ, είναι η ανάδυση του έλλογου στοιχείου στην επιστήμη, τη θρησκεία και την οικονομία. Στη γέννηση του δυτικού ρασιοναλισμού, οι άνθρωποι είναι δεκτικοί στα καλέσματα της επιστήμης, καθώς η επιρροή της θρησκείας μειώνεται και ο κόσμος χάνει κάθε μυστικιστικό νόημα. (Weber 2006:23-24 & Αντωνοπούλου 2008:363) Η λατρεία των αγίων συνέτριψε τον ανιμισμό και έθεσε τον ακρογωνιαίο λίθο για τη νατουραλιστική κοσμοθεώρηση που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την προηγμένη τεχνολογία. (Landes 2009:43)
Οι παλιές παραδόσεις εξοβελίζονται από τη χριστιανική θρησκεία που διάγει μια διαδικασία εξορθολογισμού και οδηγεί στην «απομάγευση του κόσμου». (Κονιόρδος 2002:28)

ΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ

Ο Βέμπερ ανατρέχει στο παρελθόν για να ερμηνεύσει το φαινόμενο του μεγάλου ποσοστού καπιταλιστών που ασπάζονται τον προτεσταντισμό, εξετάζοντας στην κατοχή κεφαλαίου και την εκπαίδευση. (Κονιόρδος 2002:55)
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του, οι προτεστάντες παρουσιάζουν μια ειδική τάση στην ανάπτυξη του οικονομικού ρασιοναλισμού σε αντίθεση με τους καθολικούς. (Weber 2006:35) Επάνω στη διαντίδραση αυτών των δύο κοινωνικών φαινομένων-της θρησκευτικής πίστης και της οικονομικής δράσης-αναπτύσσει το μεθοδολογικό εργαλείο της «εκλεκτικής συγγένειας», δηλαδή της αμοιβαιότητας που τα διακρίνει, χωρίς απαραίτητα το ένα να αποτελεί αιτία του άλλου. (Κονιόρδος 2002:35-36)
Στη διερεύνηση αυτής της εκλεκτικής συγγένειας, εξετάζει το σύμπλεγμα των σχέσεων που συναίρει εννοιολογικά σε ένα ενιαίο σύνολο από την άποψη της πολιτιστικής σημασίας του. (Weber 2006:42)
Ο Βέμπερ αναγνωρίζει παράλληλα την αντίφαση που γεννά αυτό το ιδεολογικό σχήμα, καθώς η νεωτερική Δύση φαίνεται να είχε αποδεσμευτεί τόσο από την θρησκευτικότητα, όσο και από την τυπολατρία. Πιστεύει ωστόσο ότι αυτό οφειλόταν στην υποχώρηση των παλαιότερων χαλαρότερων θρησκευτικών συστημάτων αξιών και την κυριαρχία του προτεσταντισμού, ο οποίος συντηρεί μια αυστηρότερη ρύθμιση δημόσιας και ιδιωτικής συμπεριφοράς. (Κονιόρδος 2002:55)

Στην ΠΗ ο Βέμπερ εφευρίσκει και χρησιμοποιεί ακόμη ένα αναλυτικό εργαλείο, τον ιδεότυπο. Πρόκειται για μια διανοητική κατασκευή που κατασκευάζεται απομονώνοντας την ουσία των πιο χαρακτηριστικών δεδομένων των φαινομένων που μελετά. «Τραβηγμένα» και μονόπλευρα τονισμένα τα χαρακτηριστικά αυτά έχουν συμπυκνωθεί έτσι ώστε να αναδεικνύουν την ουσία τους. (Κονιόρδος 2002:33)
Σαν ιδεότυπο που αντικατοπτρίζει το πνεύμα του καπιταλισμού, χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Benjamin Franklin (1706-1790), παραθέτοντας αποσπάσματα από τα έργα του «Αναγκαίες νύξεις σε κείνους που θα ήθελαν να γίνουν πλούσιοι» (1736) και «Συμβουλή σε έναν νέο έμπορο» (1748). Ο Franklin κηρύττει τη φιλοπονία, την εργατικότητα, τη λιτότητα και την τιμιότητα, σαν συστατικά μιας ιδιόρρυθμης «ηθικής», ενός απαράβατου καθήκοντος. (Weber 2006:43-45)
Ανάγοντας τα χαρακτηριστικά του Franklin στο σύνολο των προτεσταντών καπιταλιστών, καταλήγει στο ότι πρόκειται για μια ομάδα που διακρίνεται για την αντίληψη των μελών της προς την εργασία, ως θεϊκό κάλεσμα. (Κονιόρδος 2002:58)
Αυτή η κλήση προς την εργασία ως αυτοσκοπό, έχει για τον Βέμπερ θρησκευτικές ρίζες και παραπέμπει ευθέως στην κοσμοαντίληψη του Franklin ο οποίος θεωρεί ηθική συμπεριφορά ην επιδίωξη του κέρδους και την δέσμευση στο επάγγελμα. (Κονιόρδος 2002:60)

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ

Ο Βέμπερ είχε την πεποίθηση ότι η ανάπτυξη ενός οικονομικού πνεύματος μπορούσε να επηρεαστεί από ορισμένες θρησκευτικές ιδέες. (Weber 2006:24) Αν και δεν θεωρεί ότι η προτεσταντική πίστη προηγείται της καπιταλιστικής δραστηριότητας, εντούτοις φαίνεται να πιστεύει ότι κυρίως το προτεσταντικό δόγμα του Καλβινισμού, προώθησε ιδιαίτερα το πνεύμα του καπιταλισμού (Weber 2006:39), λόγω της πίστης τους ότι η σωτηρία τους ήταν εξαρτημένη από τη συσσώρευση. Κατά το καλβινιστικό δόγμα του προκαθορισμού, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τη σωτηρία της ψυχής του. Αυτό, σύμφωνα με τον Βέμπερ δημιούργησε τέτοιο άγχος στους πιστούς, ώστε ερμήνευσαν το δόγμα κατά τρόπο που να απαλύνει το άγχος περί μελλοντικής ζωής και σωτηρίας. Έτσι η επιτυχία στον επαγγελματικό τομέα και ο ασκητικός βίος, ακόμη και αν δεν οδηγούν στη σωτηρία, αποτελούν σοβαρές ενδείξεις ότι ο πιστός είναι μεταξύ των εκλεκτών του θεού. (Weber 2006:24 &39- Κονιόρδος 2002:55)
Αυτού του είδους η θεολογία περί εργασίας, οικονομικής επιτυχίας και σωτηρίας οδήγησε κατά τον Βέμπερ σε μια έντονη εξατομίκευση στο θρησκευτικό και οικονομικό χώρο. Στον θρησκευτικό χώρο οδήγησε στο ορθολογικό «πεφωτισμένο» άτομο που απορρίπτει τις «μαγικές» συνταγές σωτηρίας (π.χ. συγχωροχάρτια κλπ), προσπαθώντας να έχει άμεση και αδιαμεσολάβητη σχέση με το θείο, ενώ στον οικονομικό χώρο οδήγησε στον ρασιοναλιστή επιχειρηματία που βιώνει τη σκληρή δουλειά, την αποφυγή σπατάλης και χλιδής και την ακατάπαυστη συσσώρευση σαν ένα είδος πνευματικής άσκησης. (Μουζέλης 2010:13)
Μέσω της καλβινιστικής ηθικής η εργασία μετατρέπεται σε αυτοσκοπό από τον βιοτέχνη και τον μικρέμπορο που επιδιώκουν έλλογα και συστηματικά το κέρδος . Ο εγκόσμιος χαρακτήρας που επέβαλε ο προτεσταντισμός, ο οποίος δεν επέτρεπε την κατασπατάληση των κερδών σε υλικές απολαύσεις με τον φόβο της αμαρτίας, καθοδηγούσε-αν όχι υποχρέωνε-την επανεπένδυση τους στην επιχείρηση, εγκαθιδρύοντας ένα νέο πνεύμα επιχειρηματικότητας. Για τον Βέμπερ το πιο σημαντικό για την κατανόηση της δυτικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, είναι ο τρόπος με τον οποίο μια εργασιακή ηθική που δίνει έμφαση στη σκληρή δουλειά, τον ασκητικό βίο, στη συστηματική αποταμίευση και στην χωρίς εκκλησιαστικούς ενδιάμεσους σχέση του πιστού με το θείο, συνδέθηκε με την προτεστανική, καλβινιστική θεολογία. (Κονιόρδος 2002:60 & Weber 2006:62)
Η απόρριψη των παραδοσιακών αντιλήψεων για τις «δίκαιες» τιμές και τους «δίκαιους» μισθούς και η θετική ηθική κύρωση που παρείχε ο προτεσταντισμός, έσπασαν την παραδοσιαρχία των οικονομικών συμπεριφορών. (Coser 1977:227) Οι κοινωνικές σχέσεις, καθώς είναι ευαίσθητες στην επιρροή πληθώρας παραγόντων που επηρεάζουν την κοινωνική ζωή, διαμορφώνουν μια «νέα δράση» που αλληλεπιδρά με την ήδη υφιστάμενη, επηρεάζοντας και επηρεαζόμενη από τα υποκείμενα. (Κονιόρδος 2002:63)
Ούτε ο Λούθηρος, ούτε ο Καλβίνος είχαν σαν σκοπό να αφυπνίσουν το καπιταλιστικό πνεύμα. Ο μόνος τους στόχος ήταν η σωτηρία της ψυχής. Παρά τα θρησκευτικά όμως ελατήρια που περιείχαν οι διδασκαλίες τους, τα πρακτικά αποτελέσματα των προτεσταντικών δογμάτων δημιούργησαν ένα μη αναμενόμενο αποτέλεσμα, αυτό που ο Βέμπερ ονόμαζε «παράδοξο των μη αναμενόμενων αποτελεσμάτων της κοινωνικής δράσης». (Weber 2006:78-79)
Ο Βέμπερ απέδειξε ότι η ορθολογική δράση μέσα στο γενικότερο πλαίσιο μιας ορθολογικά διαμορφωμένης αρχής, βρίσκεται στην καρδιά του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς μόνο σε ένα τέτοιο σύστημα παρέχεται το έδαφος μέσα στο οποίο ενεργά υποκείμενα μπορούν να σταθμίσουν το κόστος και τη χρησιμότητα με ορθολογικό τρόπο. (Coser 1977:227)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Βέμπερ αναγνωρίζει στον καπιταλισμό το κύριο γνώρισμα των νεωτερικών δυτικών κοινωνιών, σαν μέρος της ευρύτερης διαδικασίας ορθολογικοποίησης. Για τον Βέμπερ η προτεσταντική ηθική πηγάζει από αυτήν την ορθολογικοποίηση. Ο καπιταλισμός είναι απλά ένας ορθολογικός τρόπος οργάνωσης της οικονομικής ζωής (σε σχέση με τις προνεωτερικές μορφές), όπως ο Καλβινισμός και τα σχετικά δόγματα του Προτεσταντισμού είναι ένας ορθολογικός τρόπος οργάνωσης της θρησκευτικής ζωής.
Όμως δεν έχει καμιά πίστη στον καπιταλισμό και παρά τις όποιες διαφωνίες του με τον Μαρξ, τον εχθρεύεται εξίσου, ενώ βαθύτατα επηρεασμένος από την φιλοσοφία του Κάντ, δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στον άνθρωπο.
Κανένας δεν γνωρίζει ακόμη ποιος θα ζήσει στο μέλλον στο σιδερένιο κλουβί που έφτιαξαν γύρω μας τα αγαθά, ούτε αν στο τέλος αυτής της τερατώδους εξέλιξης ολότελα νέοι προφήτες θα εμφανισθούν ή αν θα συμβεί μια μεγάλη αναβίωση παλαιών ιδεών και ιδανικών, ή, σε περίπτωση που δεν γίνει τίποτε από τα δύο, αν θα υπάρξει μια μηχανοποιημένη απολίθωση, εξωραϊσμένη με ένα είδος σπασμωδικής υπεροψίας. Όμως θα μπορούσαν τότε ν’ αποδειχθούν αληθινά τα παρακάτω λόγια για τους τελευταίους αυτής της πολιτισμικής εξέλιξης: «Ειδικοί χωρίς πνεύμα, ηδονιστές χωρίς καρδιά» (Fachmenschen ohne Geist, Genußmenschen ohne Herz): Αυτές οι ασημαντότητες φαντάζονται πώς υψώθηκαν σ’ ένα επίπεδο του ανθρώπινου πολιτισμού στο οποίο κανείς δεν έφτασε προηγουμένως.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Αντωνοπούλου Μαρία, 2008. Οι κλασσικοί της κοινωνιολογίας. Κοινωνική θεωρία και νεότερη κοινωνία,εκδ. Σαββάλας, Αθήνα.
2. Κονιόρδος Σωκράτης, 2002. Η θέση του Βέμπερ για την προτεσταντική ηθική της εργασίας, τόμος Α, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα.
3. Lallement Michel, 2001. Ιστορία των κοινωνιολογικών ιδεών, μτφρ.Λυκούδης Μ., εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα.
4. Weber Max, 2006. Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, μτφρ. Κυπραίος Μ., εκδ. Gutenberg, Αθήνα.
5. Μουζέλης Νίκος, 2010. Πρόλογος για την έκδοση της ΠΗ για το «Βήμα», Εκδόσεις του Βήματος, Αθήνα
6. Landes, S.D. 2003. Ο Προμηθέας Χωρίς Δεσμά. Τεχνολογική αλλαγή και βιομηχανική ανάπτυξη στη Δυτική Ευρώπη από το 1750 μέχρι σήμερα, Εκδ. ΠΙΟΠ, Αθήνα
7. Coser, Lewis A. 1977. Masters of sociological thought: Ideas in historical and social context, New York, Harcourt Brace Jovanovich. Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://www.cf.ac.uk/socsi/undergraduate/introsoc/weber10.html

h1

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΠΟΛΑΝΥΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ «ΕΔΡΑΣΗΣ» ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΣΤΟ ΕΥΡΥΤΕΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ, ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ.

Ιουλίου 23, 2014

POLANYI

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε αυτή την εργασία θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις θέσεις του Πολάνυι σχετικά με την έδραση της οικονομίας της αγοράς στο ευρύτερο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο.
Στο πρώτο μέρος θα αναφερθώ στην διαδικασία διαμόρφωσης της οικονομίας της αγοράς από τον 19ο αι. και την επίδραση της στην εξέλιξη του νεωτερικού κόσμου. Στη συνέχεια θα συζητήσω την απόσπαση της από την κοινωνία ως μια διαδικασία αυτορύθμισης και στο τέλος θα αναφερθώ στην συμβιωτική σχέση της οικονομίας της αγοράς και της νεωτερικής κοινωνικής ζωής.

1. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ο «Μεγάλος Μετασχηματισμός» του Πολάνυι ασχολείται με τη μετάβαση του πολιτισμικού και κοινωνικού συστήματος που ίσχυε μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, στο νεωτερικό σχήμα που απέκτησε από τον 19ο έως την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα από τους κανόνες της αυτορυθμιζόμενης αγοράς. Η αλλαγή αυτή έχει τη βάση της στο μοναδικό κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο του 19ου αι. όπως διαμορφώθηκε σε τέσσερις βάσεις: το σύστημα ισορροπίας δυνάμεων, τον διεθνή κανόνα του χρυσού, την αυτορυθμιζόμενη οικονομία και το φιλελεύθερο κράτος.
Ο Πολάνυι προσεγγίζει το θέμα διεπιστημονικά συνδυάζοντας την ανθρωπολογική και την ιστορική μέθοδο, ασκώντας κριτική στην μετά τον 19ο αι. δόμηση των κοινωνιών επάνω στις αρχές της αγοράς. Στον Μεγάλο Μετασχηματισμό επιχειρεί να αποδείξει ότι η αγορά όχι μόνο δεν αποτελεί το βέλτιστο κοινωνικό σύστημα, αλλά ότι επιφέρει καταστροφές που την καθιστούν ασυμβίβαστη με την κοινωνικότητα.
Το αυτορυθμιζόμενο σύστημα της οικονομίας της αγοράς εμφανίζεται στις αρχές του 19ου αι. εδραιώνοντας το κέρδος ως δικαίωση των καθημερινών συμπεριφορών και διαχωρίζει θεσμικά την πολιτική και οικονομική σφαίρα. Μορφοποιείται στην Αγγλία με την εμφάνιση της Βιομηχανικής Επανάστασης, μετασχηματίζοντας τις παλιές μορφές ανταλλαγής ή αγοραπωλησίας.

Ο Πολάνυι δεν δέχεται ότι η οικονομία της αγοράς αποτελεί το ζενίθ μιας εγγενούς διαδικασίας (αντίθετα από τη Μαρξική αντίληψη), αλλά ένα ιστορικά διακριτό φαινόμενο κατά το ποίο το οικονομικό σύστημα μετάλλαξε τη δομή της οργάνωσης του από τις κοινωνικές σχέσεις, στις οικονομικές. Εκκινώντας από την διαμόρφωση της ανταλλαγής στην Αγγλία, τονίζει τις αλλαγές στη διενέργεια των εμπορικών δοσοληψιών από τις τοπικές αγορές με τη μορφή κοινωνικών οργανώσεων προσανατολισμένων στην ευημερία της κοινότητας μέσα από το εσωτερικό/εθνικό εμπόριο κάτω από την παρέμβαση του συγκεντρωτικού κράτους (μερκαντιλισμός).

Η συσσώρευση χρήματος από τις εξαγωγές προϊόντων σαν βασική οικονομική πολιτική, επιβλήθηκε μέσα από το νεοσχηματισμένο κράτος που βασίζονταν στο εμπόριο για τη χρηματοδότηση του, λόγω της ατροφικής φορολογικής πολιτικής. Κάτω από την κρατική προστασία το εμπόριο αναδείχθηκε σε κορυφαία οικονομική δραστηριότητα.
Τον 19ο αι. τα επιχειρηματικά συμφέροντα με τη συνδρομή του κράτους διεύρυναν το τραπεζικό σύστημα δημιουργώντας ένα διεθνές επενδυτικό κεφάλαιο, την «υψηλή πίστη». Καθώς το κέρδος μπορούσε να παραχθεί μόνο σε συνθήκες διεθνούς ειρήνης, το σύστημα εφηύρε την «ισορροπία δυνάμεων» που επέβαλαν οι μεγάλες δυνάμεις.

Η απαρχή της νέας περιόδου ήλθε με την Βιομηχανική Επανάσταση που εδραίωσε την οικονομία της αγοράς. Η εκμηχάνιση της παραγωγής έδωσε στον έμπορο τη δυνατότητα να επενδύσει σε πρώτες ύλες, χρόνο και εργασία. Η βιομηχανική ζωή μετέτρεψε το σύνολο των συναλλαγών σε χρηματικές, επιδρώντας καταλυτικά στην ανάδυση της νέας θεσμικής αντίληψης μιας οικονομίας ως αυτορυθμιζόμενης αγοράς. Η Βιομηχανική Επανάσταση ταυτίστηκε με την παραγωγή με βάση εξειδικευμένες μηχανές και απαιτούσε τη σύνδεση με το σύστημα της αγοράς και της πώλησης. Το κίνητρο της παραγωγής για τη συντήρηση αντικαταστάθηκε από το κίνητρο του κέρδους. Καθώς όλες οι συναλλαγές έγιναν χρηματικές η εμπορευματοποίηση εισήλθε στις έννοιες των ανθρώπινων σχέσεων και του φυσικού περιβάλλοντος και τις αποδιοργάνωσε.

2. Η ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΩΣ ΜΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΥΤΟΡΥΘΜΙΣΗΣ

Όπως το αόρατο χέρι του Adam Smith, η αυτορυθμιζόμενη αγορά αποσυνδέθηκε από την κοινωνία λειτουργώντας πέρα και πάνω από αυτή, ως αυτόνομος θεσμός ανεξάρτητος από το κοινωνικό σύνολο. Η οικονομία της αγοράς αποτέλεσε το κέντρο αυτού του νέου κοινωνικού μετασχηματισμού ως ένα πλήρως αυτορυθμιζόμενο και αυτόνομο σύστημα με τάσεις επέκτασης, που αποτελούσε κατά τον Smith αποτέλεσμα της φυσιολογικής εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών και αποδίδονταν στην έμφυτη τάση του ανθρώπου προς συναλλαγή.
Ο Πολάνυι αντικρούει τον Smith δείχνοντας ότι η έννοια του συναλλασσόμενου ανθρώπου δεν απαντάται στις παραδοσιακές κοινωνίες που η οικονομία θεμελιώνονταν στις κοινωνικές σχέσεις με βασικό σκοπό την κοινωνική συνοχή. Τεκμηριώνει τις θέσεις του στις ανθρωπολογικές μελέτες των Thurnwald και Malinowski στα νησιά Τρόμπριαντ και σε μη αγοραία συστήματα όπως το «κούλα» και το «πότλατς» που δημιουργούν τεράστια εμπορικά δίκτυα χωρίς να εξυπηρετούν το κέρδος, αλλά και στην αρχαία Ελλάδα όπου οι οικονομία νοούνταν ως οικιακή οικονομία παρά το εκτεταμένο εμπόριο.

Η ανάδειξη της αγοράς σε κυρίαρχη οικονομική δύναμη μπορεί να εξακριβωθεί παρατηρώντας τον βαθμό με τον οποίο η γη και η τροφή αποτέλεσαν κινητικότητα μέσω της ανταλλαγής και η εργασία μετατράπηκε σε εμπόρευμα που μπορούσε κάποιος να προμηθευτεί ελεύθερα στην αγορά.
Για τον Πολάνυι αναγκαία συνθήκη για την γέννηση της κοινωνίας ως αγοράς αποτελεί η μετατροπή αξιών όπως η εργασία, η γη και το χρήμα σε εμπορεύματα. Τα πλασματικά αυτά εμπορεύματα αποτελούν μια διανοητική κατασκευή που δημιούργησε το πλαίσιο για την κοινωνία της αγοράς, με σημαντικές συνέπειες στο άτομο, την οικογένεια, την παράδοση αλλά και το σύνολο της κοινωνίας. Η ζωή του ατόμου μετασχηματίστηκε καταστροφικά. Η διαδικασία αυτή εντοπίστηκε αρχικά στην Αγγλία του 19ου αι. με την μεταβολή των κατοίκων της υπαίθρου σε νομαδικό εργατικό δυναμικό και φτωχούς των πόλεων, κάτω από την επίδραση της οικονομίας της αγοράς.
Παρόμοια, με την μετατροπή της γης σε εμπόρευμα, καταστρέφεται το φυσικό περιβάλλον, αφού πλέον αποτελεί και αυτό ένα μέσο παραγωγής, στερώντας την κοινωνία από τις ενσωματοποιητικές και ολοποιητικές του ιδιότητες. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε με την εμφάνιση των βιομηχανικών πόλεων που απαιτούσαν την εντατικοποίηση της παραγωγής τροφίμων και πρώτων υλών για την κάλυψη των αναγκών τους.

Η επέκταση του εμπορίου και η γενίκευση των ανταλλαγών, ανέδειξε το χρήμα ταυτόχρονα ως μέσο ανταλλαγής, μέτρο αξίας και μέτρο αποθησαύρισης, με τη μορφή χρυσού ή αργύρου. Καθώς η εμπορευματική παραγωγή προωθούνταν στην Αγγλία, το χρήμα μετατράπηκε σε εμπόρευμα.
Στις απόψεις του για το χρήμα ο Πολάνυι συναντά τον φετιχισμό του εμπορεύματος του Μαρξ. Υποστηρίζει ότι με τον μετασχηματισμό του χρήματος από μέσο ανταλλαγής σε εμπόρευμα, οι δοσοληψίες περιορίστηκαν στην αγορά των προϊόντων με σκοπό την πώληση με σκοπό το κέρδος και την αύξηση του κεφαλαίου, διαχωρίζοντας εν τέλει την οικονομία της αγοράς από την πολιτική σφαίρα.

3. Η ΣΥΜΒΙΩΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Η αγορές δεν προήλθαν μέσα από μεμονωμένες πράξεις ανταλλαγής. Το χονδρεμπόριο αποτέλεσε την πρώτη μορφή αγοράς καπιταλιστικού τύπου, που από τον 16ο αι. το οποίο οργανώθηκε από το κράτος και γέννησε τον μερκαντιλισμό. Ο μερκαντιλισμός ενοποίησε τις επιμέρους περιοχές σε κράτη τα οποία ισχυροποιήθηκαν προωθώντας το αποικιακό εμπόριο. Προκειμένου να αποφευχθούν τα μονοπώλια που παράγει ο ανταγωνισμός, το κράτος ρύθμιζε συνολικά την οικονομική ζωή , επεκτείνοντας μέσα από θεσμικές ρυθμίσεις τις δυνατότητες του εμπορίου. Οι αγορές αποτελούσαν μόνο συμπληρωματικό στοιχείο.
Αντίθετα, η οικονομία της αγοράς κατευθύνεται μόνο από τις αγορές και οι άνθρωποι δημιουργούν αγορές για τα πάντα, εξαρτώμενοι από την αρχή μεγιστοποίησης του κέρδους. Στο τέλος της ιστορικής πορείας που έχει μετατρέψει τη γη και την εργασία σε μετατρέψιμα αγαθά, βρίσκεται η ελεύθερη αγορά.

Η οικονομία της αγοράς θα μπορούσε να καταστρέψει και τον άνθρωπο όπως έκανε με το περιβάλλον, αν αφηνόταν ανεξέλεγκτη. Ο νόμος, ο πολιτισμός και η κοινωνική αλληλόδραση θέτουν τα όρια της. Η κοινωνία αυτοπροστατεύτηκε από τους εγγενείς στο σύστημα της αυτορυθμιζόμενης αγοράς κινδύνους, μέσα από ένα δίκτυο μέτρων και θεσμών για τον έλεγχο της δράσης της αγοράς στην εργασία, τη γη και το χρήμα. Μέσα από τέτοιου είδους μηχανισμούς αυτοπροστασίας (νόμοι για τη φτώχεια, την εκμετάλλευση της εργασίας, ίδρυση συστήματος υγείας και εκπαίδευσης, δημιουργία κεντρικών τραπεζών), επιχειρείται η επανενσωμάτωση της οικονομίας της αγοράς στην κοινωνία. Αντίθετα, η βρετανική εργατική τάξη, στη διαδικασία του ιστορικό –κοινωνικού της μετασχηματισμού, κράτησε αρχικά μια οπισθοδρομική στάση (κίνημα των Λουδιτών) και χρειάστηκε η εισαγωγή της κρατικής ρύθμισης (νόμος του δεκαώρου) για την πολιτική της ωρίμανση.

Η βιομηχανική κοινωνία θα μπορούσε να είχε αποτελέσει το πρόγραμμα για μια προοδευτικότερη τάξη πραγμάτων, αν η αυτορυθμιζόμενη οικονομία δεν κυριαρχούσε στο βιομηχανικό σύστημα. Αυτή η διαδικασία μετασχηματισμού αντί να απελευθερώσει τους ανθρώπους περιόρισε την ελευθερία τους.
Για τον Πολάνυι η πρόοδος δεν θα μπορούσε να προέλθει ούτε μέσα από τον Μαρξισμό της Δεύτερης Διεθνούς. Απέρριπτε την θεωρία των σταδίων προς ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον και υποστήριζε την ενσυνείδητη, θεμελιωμένη σε ηθικές αρχές, ανθρώπινη δράση. Η επαναστατική δράση της εργατικής τάξης θα μπορούσε να στεφθεί με επιτυχία, μόνον αν προσάρμοζε τα συμφέροντα της σε αυτά των αδιάφορων μαζών, ώστε να αποδείξει την ικανότητα της για ηγεσία και να καθοδηγήσει την κοινωνία ως σύνολο.

Η ενότητα και η σταθερότητα μπορεί να προκύψει αν οι οικονομίες θεσμοθετηθούν στη βάση της αμοιβαιότητας, της αναδιανομής και της ανταλλαγής. Η αμοιβαιότητα αντιλαμβάνεται την οικονομία ως μέρος της κοινωνίας σε συμμετρικά οργανωμένες δομές όπως η συγγένεια, η αναδιανομή ως η μεταβίβαση των αγαθών σε ένα κέντρο και η αναδιανομή τους προς τους συμμετέχοντες και η ανταλλαγή ως ηθική αμοιβαία συναλλαγή, αρχαϊκού τύπου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Για τον Πολάνυι η επιβολή της αυτορυθμιζόμενης αγοράς ως θεσμική κατασκευή, αποτελεί ένα ουτοπικό εγχείρημα με καταστροφικά αποτελέσματα. Οι οικονομικοί θεσμοί χρήζουν αναδιάρθρωσης στην κατεύθυνση μιας οικονομίας που λειτουργεί προς όφελος της κοινωνίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Μ. Μως (1979) «Το Δώρο. Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής στις αρχαϊκές κοινωνίες», Αθήνα: εκδόσεις Καστανιώτης.
2. Κ. Πολάνυι (2007) Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός, μτφρ Κώστας Γαγανάκης, Θεσσαλονίκη: εκδόσεις Νησίδες.
3. Μ. Σκομβούλης (2006) «Karl Polanyi, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός: Ανθρωπολογική και ιστορική κριτική της οικονομίας της αγοράς», Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 16, σσ. 285-310.
4. Μ. Σπυριδάκης (2010) «Οικονομία της Αγοράς, Οικονομική Κοινωνιολογία και Κοινωνική Πολιτική: Η συμβολή του Καρλ Πολάνυι στην κριτική της οικονομικής διαμόρφωσης της νεωτερικότητας», στο Σ. Κονιόρδος (επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα: εκδόσεις Gutenberg.
5. Α. Πανταζής (2010), «Καρλ Μαρξ και Καρλ Πολάνυι: Η γένεση του κοινωνικού κράτους», Αθήνα: εκδόσεις Στοχαστής

1.Σπυριδάκης 2010:419-420
2.Σκομβούλης 2006:286-287
3.Σπυριδάκης 2010:421
4.ο.π:421-422
5.Σπυριδάκης 2010:422-423
6.Σκομβούλης 2006:288
7.Σπυριδάκης 2010:423
8.Σκομβούλης 2006:290-291
9.Σπυριδάκης 2010:424
10.Σκομβούλης 2006:291
11.Πολάνυι 2007:137
12.Σπυριδάκης 2010:425
13.ο.π:426
14.ο.π:426
15.ο.π:427
16.ο.π:427
18.Σκομβούλης 2006:292
19.Μως 1979:40
20.Σπυριδάκης 2010:430-431
21.ο.π:432
22.Πανταζής 2009:129
23.Σπυριδάκης 2010:435
24.ο.π:435-436
25.ο.π:433-434

h1

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΦΟΥΡΤΗΣ ΣΤΗ ΝΕΩΤΕΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ιουλίου 23, 2014

K

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε αυτή την εργασία θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις βασικές γραμμές της κριτικής που άσκησε η Σχολή της Φρανκφούρτης στη Νεωτερική Κοινωνία.
Στο πρώτο μέρος θα καταγράψω τα κύρια σημεία στο οποία ασκείται η κριτική, στο δεύτερο μέρος θα εκθέσω τα σχετικά με τον εργαλειακό λόγο επιχειρήματα και στο τελευταίο μέρος θα αναφερθώ στην πολιτιστική βιομηχανία.

1. Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Με τον όρο κριτική θεωρία αποκαλούμε τον άξονα κοινωνιολογικής σκέψης που αναπτύχθηκε από την «Σχολή της Φρανκφούρτης», μια ομάδα γερμανών επιστημόνων εβραϊκής καταγωγής, με κυριότερους στοχαστές τους Τ. Αντόρνο, Μ. Χόρκχαιμερ και Χ. Μαρκούζε. Αντικείμενο μελέτης της κριτικής θεωρίας αποτελεί η κοινωνία σαν αντίφαση, αφού ενώ από τη μια μεριά αποτελεί καρπό των ανθρώπινων δραστηριοτήτων από την άλλη αποκτά μια δική της αυτόνομη και ανεξάρτητη οντότητα. (Ιακώβου 2010:300)
Αποτελεί μια κριτική στην φιλοσοφική παράδοση της νεωτερικότητας, χωρίς να παραλείπει να εκφράσει μια γενικότερη απέχθεια προς όλα τα κλειστά φιλοσοφικά συστήματα. (Jay 2009:41) Είναι μια μετωπική επίθεση στα κυρίαρχα φιλοσοφικά και επιστημολογικά έργα της εποχής, καθώς και μια κριτική ερμηνεία της αστικής καπιταλιστικής κοινωνίας και των εξελίξεων στην πρώην Σοβιετική Ένωση. (Ιακώβου 2010:303) Γεννημένη στην αμερικανική εξορία στις αρχές της δεκαετίας του 1940, φέρει ως κληρονομιά την εποχή της γέννησης του φασισμού και του ναζισμού, τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την Τελική Λύση, την γιγάντωση του σταλινισμού και την ανάπτυξη του καπιταλισμού στις ΗΠΑ. (Ιακώβου 2010:305)

Θεωρεί ότι ο στόχος του διαφωτισμού να απομαγεύσει τον κόσμο και να καταστήσει τον άνθρωπο κύριο του εαυτού του απέτυχε, καθώς ο διαφωτισμός αυτοκαταστράφηκε μέσα από τις ίδιες αξίες που τον δημιούργησαν. (Ιακώβου 2010:307-309) Έχοντας ως πηγή αλλά και αντίπαλο του τον αρχέγονο φόβο του ανθρώπου προς ένα απειλητικό, γεμάτο κινδύνους φυσικό περιβάλλον, έθεσε ως στόχο την αυτοσυντήρηση του και την επιβίωση, κυριαρχώντας στη φύση. Μια φύση που αντιμετωπίζεται πλέον ως απλή ύλη, υποκείμενη σε μαθηματικούς νόμους. Οι αρχαίοι μύθοι, χρησιμοποιήθηκαν για να ταξινομήσουν το χάος, στόχο αντίστοιχο με του διαφωτισμού. Όπως στους μύθους κυριαρχεί η λογική του προδιαγεγραμμένου, έτσι στην νομοτέλεια του νεωτερισμού δεν μένει χώρος για την ανάπτυξη του νέου, εμμένοντας στην επανάληψη. (Ιακώβου 2010:310)
Αντόρνο και Χόκχαιμερ χρησιμοποιούν το ομηρικό έπος της Οδύσσειας στην «Διαλεκτική του Διαφωτισμού», αναπαριστώντας το ταξίδι από το αρχαϊκό στο έλλογο. Ο Οδυσσέας καλείται να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες επιθυμίες του με τη μορφή δοκιμασιών, ενώ κάθε νέα υπέρβαση εμποδίου τον φέρνει εγγύτερα στην παγίωση της ταυτότητας και την ολοκλήρωση του φροϋδικού εγώ. Κάθε νίκη απαιτεί και μια σκλήρυνση των αισθήσεων στο βωμό της επιτυχημένης έκβασης-εργασίας. (Ιακώβου 2010:311-312)

Η πνευματική παράδοση της νεωτερικότητας αρχίζει από τον 15ο αιώνα με την σταδιακή υποχώρηση των φεουδαρχικών καταλοίπων και την ανάδειξη του έθνους-κράτους, συνυφαίνεται με την περίοδο του Διαφωτισμού (1688-1789) και αναπτύσσεται μέσα από τη βιομηχανική επανάσταση και την άνοδο του καπιταλισμού, δημιουργώντας νέες διανοητικές πειθαρχίες και εδραιώνοντας τον ακρογωνιαίο λίθο της νέας εποχής, το Λογοκεντρικό πρόσταγμα. (Φωτόπουλος 2010:325)
Ο Μαρκούζε αντιλαμβάνεται την ώριμη καπιταλιστική κοινωνία σαν γνήσιο τέκνο της νεωτερικότητα και ασκεί δριμεία κριτική στον τρόπο δόμησης της. Θεωρεί πως αυτό το μονολιθικό μοντέλο κυριαρχίας επιβλήθηκε στις κοινωνίες ως μια παρενέργεια του Διαφωτισμού και αντιπροτείνει το διαλεκτικό εργαλείο της «Μεγάλης Άρνησης» σαν βάση για την πολιτική και κοινωνική χειραφέτηση. Θεωρεί ότι η νεωτερικότητα όπως αποκρυσταλλώθηκε από τον Διαφωτισμό, διαψεύδει τις δεσμεύσεις της Λογοκεντρικής περιόδου. Υιοθετεί την φροϋδική θεωρία για να ερμηνεύσει τον καταπιεστικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ό Φρόιντ ισχυρίζεται ότι σε όλη την ιστορία του, ο άνθρωπος καταπιέζει τα βιολογικά και κοινωνικά του ένστικτα και απωθεί τις επιθυμίες του, στο βωμό της ευημερίας και της προόδου της ανθρώπινης κοινωνίας. Το ελάχιστο της καταπίεσης που απαιτείται για να δομηθεί ο πολιτισμός, προϋποθέτει ως προαπαιτούμενο μιας αρμονικής κοινωνικής οργάνωσης, την αποδοχή ορισμένων αναγκαίων περιορισμών των ανθρώπινων ενστίκτων. Το διακύβευμα του Δυτικού πολιτισμού, ο Λόγος, ακυρώνεται μέσα από την καταπίεση των ενστίκτων στην οποία οδηγεί η χειραγώγηση και καταπίεση που εφαρμόζει ο απρόσωπος μηχανισμός της τεχνολογίας. (Φωτόπουλος 2010:326-327)
Η κοινωνική συμπεριφορά που επιβάλλεται μέσα από τις καπιταλιστικές συνισταμένες (ορθολογικότητα, καταμερισμός εργασίας, μηχανισμοί και παραγωγή των προϊόντων, θεοποίηση της αγοράς, καταναλωτισμός και κομφορμισμός), συνθλίβουν το ομοιόμορφο και ομογενοποιημένο υποκείμενο κάτω από έναν μονοδιάστατο τρόπο σκέψης. (Φωτόπουλος 2010:328)

Ο Μαρκούζε ξεχωρίζει από τους άλλους διανοητές της κριτικής θεωρίας γιατί οραματίζεται ότι το άλμα της ανθρώπινης κατάστασης από την αποξένωση στην απελευθέρωση, μπορεί αν πραγματοποιηθεί με όρους ιστορικής και πολιτικής πρακτικής μέσα από την πολιτική λύση που θα δώσει η Νέα Αριστερά. (Φωτόπουλος 2010:328-329)

2. Ο ΕΡΓΑΛΕΙΑΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Η εργαλειακή ορθολογικότητα προάγει την ποσοτική ταύτιση εξαλείφοντας τις ποιοτικές διαφορές μέσα από την καπιταλιστική ανταλλαγή εμπορευμάτων. Οι Αντόρνο και Χόκενχαιμερ δεν προσυπογράφουν την μαρξιστική άποψη ότι η ανθρώπινη χειραφέτηση περνάει μέσα από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αντίθετα ταυτίζονται με την άποψη του Βέμπερ σχετικά με τις αμφιλεγόμενες κατακτήσεις της νεωτερικότητας. (Ιακώβου 2010:315-316)
Ο όρος εργαλειακός αφορά τον τρόπο με την οποίο αντιμετωπίζουμε την θεωρητική γνώση άλλα και το πώς βλέπουμε τον κόσμο αντιμετωπίζοντας τα επιμέρους στοιχεία του σαν εργαλεία για την επίτευξη των στόχων μας. Η αντίληψη της επιστήμης στις Δυτικές κοινωνίες είναι προσανατολισμένη στην εύρεση των πιο αποτελεσματικών μέσων για την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού, παρέχοντας την γνώση για το τι πρέπει να γίνει, αλλά όχι για το πώς θα το πραγματοποιήσουμε. (Craib 2011:430-432)

Η υπαγωγή του Λόγου στους σκοπούς της αγοράς και η εργαλειοποίηση του εξαφανίζουν κάθε ίχνος δημιουργικής αναζήτησης του ανθρώπου και αναγάγουν την μονοδιάστατη όψη της ζωής ως μια φυσιολογική και αποδεκτή κατάσταση. (Φωτόπουλος 2010:329-330) Η πραγματοποίηση του Λόγου μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από την διακοπή του φαύλου κύκλου της αναγκαστικής προόδου ως αυτοσκοπό και θα επιφέρει μια αρμονική ενότητα της ζωής στην οποία οι λογικές ικανότητες ισορροπούν την αισθησιακή μας φύση και τη συλλογική βούληση με την ατομική (Wellmer 1989:19-20)
Ο εξορθολογισμός της εξέλιξης των νεώτερων κοινωνιών ενισχύει την επιβολή ενός κλειστού συστήματος καταπίεσης, πραγμοποίησης και εργαλειακής λογικής. Ο Λόγος υποβιβάζεται σε εργαλειακή λογική διαλύοντας το αυτόνομο υποκείμενο και εγκαθιστώντας ένα πλήρως εξορθολογισμένο σύστημα κυριαρχίας. (Wellmer 1989:21-22)

Η συνήθεια αποτελεί μια κοινωνική κατηγορία που χρησιμοποιεί ο λόγος για να υποτάξει κοινωνικά ότι αντίκειται στα συμφέροντα της. Η εκκοσμικευμένη ηθικότητα του Δυτικού πολιτισμού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη του ατόμου στην κοινωνία. (Horkheimer 1984:18-19)
Ο Λόγος κυριαρχεί στα εξεγερμένα αισθήματα και το άτομο πρέπει να ασκήσει βία στον εαυτό του και να τα υποτάξει στο βωμό της ανθρώπινης συνεργασίας. Η καθολικότητα του Λόγου απαιτεί μια αμοιβαία συμφωνία για την διασφάλιση των συμφερόντων όλων των ατόμων εξίσου, αλλά στην πραγματικότητα τα αντικρουόμενα συμφέροντα των κοινωνικών ομάδων χρησιμοποιούν έναν κίβδηλο και απατηλό Λόγο. (Horkheimer 1984:20)
Τι στυλ οι κανόνες ηθικής, η κοινωνική/εργασιακή πειθαρχία προάγουν την αυτοσυντήρηση του ατόμου στην ακραία κατάσταση στην οποία το άτομο μπορεί ακόμα και να θυσιαστεί, αφού πιστεύει ότι με την ιδιοκτησία μπορεί να αγοράσει την αθανασία. (Horkheimer 1984:24)
Ο μεγαλύτερος συμβιβασμός του ατόμου είναι αυτός προς την εκλογικευμένη αυτοσυντήρηση του. (Horkheimer 1984:26)

Ο ολοκληρωτικός σχεδιασμός του καπιταλισμού εξυμνεί την αποτελεσματικότητα στην εργασία και την ικανότητα του ατόμου να ενεργεί αυτόματα χωρίς σκέψη. Η ελευθερία, η άνεση επιλογής μέσα από την ήρεμη θεώρηση ακόμα και ο ελεύθερος χρόνο δεν ευνοούνται στο σύστημα της αγοράς. (Horkheimer 1984:33-34)
Η ζωή και η προετοιμασία για τη ζωή ταυτίζονται, μέσα από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που η παιδευτική του λειτουργία περιορίζεται στην αναπαραγωγή των προτύπων και αποτελεί μικρογραφία της αυστηρά ιεραρχημένης κοινωνίας των ενηλίκων. (Horkheimer 1984:34-35)

Όπως μετά τον Διαφωτισμό η φύση μετατράπηκε σε ανθρώπινο εργαλείο επίτευξης των στόχων του, έτσι και στη συνέχεια η εργαλειοποίηση μεταφέρθηκε και στο κοινωνικό επίπεδο και μετά στο ατομικό. (Craib 2011:435)

Η Σχολή της Φρανκφούρτης προτείνει την υπονόμευση του συστήματος μέσα από την υιοθέτηση μιας κριτικής στάσης που θα αναδείξει τις αντιφάσεις του και θα αντικαταστήσει τον εργαλειακό Λόγο μακριά από ολοκληρωμένα σύνολα και συστήματα, αλλά με την αναζήτηση της αλήθειας προς την κατεύθυνση των άδηλων περιοχών της προσωπικής εμπειρίας. (Jay 2009:439)

3. Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

Ο Μαρκούζε οραματίζεται έναν ποιοτικό μετασχηματισμό της ανθρώπινης κατάστασης που θα προέλθει μέσα από την αναζήτηση του αισθητικού. Απορρίπτει τον μαρξιστικό επαναστατικό ρεαλισμό στην τέχνη και εναντιώνεται στην κυρίαρχη εξουσία της μαζικής κουλτούρας. (Φωτόπουλος 2010:329)
Τα ΜΜΕ και η μαζική διασκέδαση αποτελούν το κυρίαρχο status quo και συμβάλουν στη διαμόρφωση των προτύπων ενός κοινωνικά καθορισμένου τρόπου ζωής. (Φωτόπουλος 2010:329) Οι μαζικές διασκεδάσεις αποτελούν μια κοινωνική επινόηση του καπιταλισμού ως αντιστάθμισμα της πάταξης της αισθητικής ατομικής ευτυχίας που θυσιάζεται στο βωμό του καθήκοντος προς το σύνολο. Το ατομικό γούστο, που αποτελεί μια υποκειμενική εκτίμηση της τέχνης υπονομεύεται από την χειραγώγηση των προτιμήσεων μέσω της μαζικής κουλτούρας. Η αληθινή τέχνη αποτελεί «μια υπόσχεση ευτυχίας», μια έκφραση του θεμιτού ενδιαφέροντος του ανθρώπου για την μελλοντική ευτυχία του. (Jay 2009:179-180)

Η αναδιαμόρφωση της εργασίας κρίνεται απαραίτητη, έτσι ώστε να εξοικονομηθεί ο απαραίτητος χώρος και χρόνος για την χειραφέτηση των αισθήσεων που θα συμβάλλει στην χωρίς εμπόδια ανάπτυξη της ανθρώπινης ύπαρξης. (Φωτόπουλος 2010:330)
Ο Λόγος πρέπει να καθαιρεθεί και στη θέση του να υψωθεί η αισθητικότητα ώστε να δημιουργηθεί μια σχέση μεταξύ Λόγου και ανθρώπινης ψυχής με μια νέα αισθητικότητα που μέσα από τη δύναμη της τέχνης θα μετασχηματίσει την ανθρώπινη κοινωνία χωρίς βία, επιθετικότητα και αποξένωση. Η τέχνη έχει κοινωνική αποστολή την αναμόρφωση και την ανάπλαση του αισθητικού περιβάλλοντος ώστε να συγκεράσει τον θεωρητικό με τον πρακτικό λόγο μέσα από το πάντρεμα της νέας αισθητικότητας με την νέα λογική. (Φωτόπουλος 2010:330-331)

Οι δυνάμεις που απαιτούνται για την ανατροπή της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας δεν πρέπει να αναζητηθούν πλέον στην εργατική τάξη, αλλά μέσα από την «Μεγάλη Άρνηση», στις περιθωριακές ομάδες όπως οι hippys, οι άστεγοι, τα γκέτο, οι έγχρωμες κοινότητες και γενικά όσων ζουν έξω από την λογική του κυρίαρχου συστήματος αξιών. (Φωτόπουλος 2010:332)

Το έργο τέχνης εκλαμβάνεται από τον Αντόρνο ως το εύρος μιας μη πραγμοποιημένης γνώσης και το υπόδεγμα για την ιδανική ενσωμάτωση συστατικών στοιχείων σε μια ολότητα, καθώς το έργο τέχνης δεν καταπιέζει το απωθημένο ή το διαφορετικό. (Wellmer 1989:23)
Τα ΜΜΕ διαμορφώνουν τη γλώσσα την οποία πρέπει να χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να γίνει κοινωνικά αποδεκτός.
Ο Μαρκούζε θεωρεί ότι η σύγχρονη πολιτιστική βιομηχανία δημιουργεί πλαστές ανάγκες ώστε να κληθεί να τις ικανοποιήσει. (Craib 2011:443)
Ο μαζικός πολιτισμός αποτελεί ένα κοινωνικό εργαλείο χειραγώγησης που υπόσχεται μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας μέσα από την αναπαραγωγή τυποποιημένων προτύπων που σερβίρονται μασκαρεμένα σε μοναδικά και ιδιαίτερα ενώ δεν είναι τίποτα άλλο από επιφανειακά και τετριμμένα. (Craib 2011:447)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η σχολή της Φρανκφούρτης αποτέλεσε μια επίθεση προς το κατεστημένο που εγκαθίδρυσε η νεωτερικότητα. Αποτέλεσε όμως περισσότερο μια «άσκηση επί χάρτου» παρά μια ολομέτωπη ρήξη, καθώς δεν μπόρεσε να προωθήσει σε πρακτικό επίπεδο το ιδεολογικό της οπλοστάσιο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ιακώβου, Βίκυ (2008), «Η Κριτική Θεωρία και η Νεωτερικότητα», στο Σ. Κονιόρδος (επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα, εκδόσεις Gutenberg.

Φωτόπουλος, Νίκος (2008), «Από τον Μονοδιάστατο Άνθρωπο στην Αποικιοποίηση του Βιοκόσμου: Χέρμπερτ Μαρκούζε και Γιούργκεν Χάμπερμας απέναντι στη Νεωτερικότητα», στο Σ. Κονιόρδος (επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα, εκδόσεις Gutenberg.

Craib Ian (2011), Σύγχρονη Κοινωνική Θεωρία: Από τον Πάρσονς στον Χάμπερμας, (επιμ. Παντελή Ε. Λέκκα), Αθήνα, εκδόσεις Τόπος.

Wellmer, Albrecht (1989), Λόγος, Ουτοπία και η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, Αθήνα, Εκδόσεις Έρασμος.

Χορκχάιμερ, Μαξ (1984), Το Τέλος του Λόγου, μτφρ. Στ. Ροζάνης, Αθήνα, Εκδόσεις Έρασμος.

Jay, Martin (2009), Η Διαλεκτική Φαντασία, Αθήνα, εκδόσεις Αλεξάνδρεια.