Archive for the ‘Προσωπικά’ Category

h1

Τι θυμήθηκα τώρα…

Σεπτεμβρίου 28, 2007

Το 1978 ήμουν 9 χρονών όταν ο πατέρας μου κουβάλησε σπίτι ακόμα έναν κοπρίτη.
Παραθερίζαμε τότε σ’ ένα λυόμενο στην Ν. Ηράκλεια Χαλκιδικής-μέσα στα χωράφια με τις αμυγδαλιές-χωρίς τρεχούμενο νερό (είχε τουλούμπα στην αυλή) ή ρεύμα.
Για μένα και τ’ αδέρφια μου ήταν οι καλύτερες διακοπές που μπορούσαν να υπάρχουν. Ήμασταν όλη μέρα έξω στα χωράφια μαζί με καμιά δεκαριά ακόμη πιτσιρίκια απο τα γειτονικά λυόμενα,κλέβαμε και τρώγαμε πεπόνια και καρπούζια, σκαρφαλώναμε στις αμυγδαλιές και τρώγαμε μέχρι να πονέσει η κοιλιά μας,κάναμε ποδήλατο,κολύμπούσαμε,ψαρεύαμε καβούρια με σαλαγκιά απο την αποβάθρα (σκάλα τη λέγαμε),πηγαίναμε σινεμά (εκεί νομίζω είδα πρώτη φορά το «Κριστίν»),φτιάχναμε ζωάκια απο έναν δυσώδη «πηλό» που ξεθάβαμε απο την άμμο στα γιαπιά και άλλα τέτοια ωραία.
Το κορίτσι μου τότε ήταν η Χριστίνα, ενα ψηλό για την ηλικία της ,πανέμορφο ξανθομάλλικο κορίτσι που φεύδιζε.
Ο πατέρας μου λοιπόν ήταν μεταξύ άλλων και κυνηγός.
Έτσι αφου δεν διακρινόταν ιδιαίτερα και για την ευστροφία του, όποιος ήθελε να ξεφορτωθεί έναν κοπρίτη,τον βάφτιζε κυνηγόσκυλο και του το πάσαρε.
Είχε φέρει κι άλλες φορές σκυλιά στο διαμέρισμα στην Θεσσαλονίκη.
Ζούσαμε σ’ ενα δυάρι στην Μαρτίου και ίσα που χωρούσαμε πέντε άτομα αλλά ότι έλεγε ο μπαμπάς ήταν νόμος.
Όταν με τον καιρό έβλεπε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μάθουν να κυνηγάνε,τα πήγαινε στο εργοστάσιο που δούλευε και τ’ αμολούσε στην αυλή για φύλακες.
Έτσι λοιπόν είχαμε μάθει στις ξαφνικές αφίξεις και αναχωρήσεις σκύλων που έκλαιγαν,ούρλιαζαν,γαύγιζαν,αιμοραγούσαν,ξερνούσαν σκουλήκια,δάγκωναν τα πάντα και τ’ αμολούσαν παντού.
Αυτό όμως του κουτάβι μας έκλεψε την καρδιά.
Δεν ήταν μόνο το ότι ήταν μικρούλι και κεφάτο αλλά ήταν και πανέξυπνο.
Η Λίζα λοιπόν-ο πατέρας μου προτιμούσε τα δισύλλαβα ονόματα για να μπορεί να φωνάζει εύκολα τα σκυλιά στο κυνήγι-έγινε η μασκώτ όλου του μαχαλά.
Όλη μέρα έτρεχε απο πίσω μας χαρούμενη κι όταν γυρίζαμε στο σπίτι άνοιγε συζήτηση με την μάνα μου.
Τη ρώταγε η μάνα μου «Λίζα θέλεις μακαρόνια?»
Η Λίζα κατέβαζε το κεφάλι και ψευτόκλαιγε.
«Λίζα θέλεις ομελέτα?»
Η Λίζα πεταγόταν επάνω γαυγίζοντας χαρούμενη.
Το απόγευμα η μάνα μου μας πήγαινε στη παραλία για μπάνιο (2 χιλιόμετρα ποδαρόδρομος) και η Λίζα ήθελε να έρθει κι αυτή.
Πίσω στο σπίτι ΑΜΕΣΩΣ! έλεγε η μάνα μου και η Λίζα κατέβαζε τ’ αυτιά και έφευγε προς το σπίτι, μέχρι την επόμενη γωνία που το σκηνικό επαναλαμβανόταν.
Όταν καμιά φορά τα κατάφερνε κι ερχόταν ως την θάλασσα κολυμπούσε μαζί μας και τιναζόταν πάνω στις πετσέτες των διπλανών.
Μια φορά ο μπαμπάς μου πήρε φόρα απο την αμμουδια για να κάνει μακροβούτι.
Η Λίζα έκλαιγε και γαύγιζε μέχρι το κεφάλι του να ξαναβγεί στην επιφάνεια.
Το βράδυ κοιμόταν μαζί μας στο «σαλόνι» του λυόμενου στα πόδια του μπαουλοντίβανου που μας κοίμιζε και τους τρείς.
Ένα βράδυ του Ιουνίου η Λίζα ήταν πολύ ανήσυχη.
Έκλαιγε και μούγκριζε σε κάτι που δεν βλέπαμε.
Δεν μας άφηνε να κοιμηθούμε κι έτσι ο μπαμπάς την πήγε μια βόλτα έξω μήπως ηρεμήσει.
Το ίδιο βράδυ έγινε ο μεγάλος σεισμός στη Θεσσαλονίκη.
Μετά απο κάνα μήνα πάλι τα ίδια η Λίζα.
Ο μπαμπάς βγήκε και έλεγε σ’ ολο το μαχαλά ότι θα γίνει σεισμός.
Τελικά κάτω απο το μπαουλοντίβανο η Λίζα έβγαλε ένα σκορπιό.
Μια μέρα -η Λίζα θα ‘ταν 4-5 μηνών- κάποιος της έριξε φόλα.
Ούρλιαζε και δάγκωνε το αέρα σαν να της έσκιζαν τα σωθικά.
Στην προσπάθεια μας να της προκαλέσουμε εμετό την πήραμε αγκαλιά (εγώ κι η μάνα μου- ο μπαμπάς ήταν στη δουλειά)και της ρίχναμε ξύδι μέσα στο στόμα. Αυτή σφάδαζε και το ξύδι έτρεχε στα μάτια της-το θυμάμαι σαν σήμερα.

Τη θάψαμε σε μια γωνιά του χωραφιού με τις αμυγδαλιές.

filianna

Copyright © Pateras 2007

Advertisements