h1

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΥΛΟ. Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ.

Ιουλίου 23, 2014

SOCIAL GENDER

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε αυτή την εργασία θα προσπαθήσω να περιγράψω τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής τάξης και του κοινωνικού φύλου, όπως εκφράστηκαν στις κυριότερες κοινωνιολογικές μελέτες για την κοινωνική στρωμάτωση. Στο πρώτο μέρος θα παρουσιάσω την θεμελιακή θεώρηση των Μαρξ και Βέμπερ για τις κοινωνικές τάξεις. Στο δεύτερο μέρος θα παραθέσω τα επιχειρήματα των νέο-μαρξιστών και νέο-βεμπεριανών Ράιτ και Γκόλντθορπ, ενώ στο τρίτο μέρος θα παρουσιάσω τους βασικούς όρους της συζήτησης καθώς και τον αντίλογο των φεμινιστριών συγγραφέων Στάνουωρθ, Στέησυ και Ουάλμπυ, καθώς και του Μαν.
Στο τελευταίο μέρος θα εκθέσω την σύγχρονη άποψη της Γιανγκ και τα συμπεράσματα των Φράνσις-Σκέλτον και της Παντελίδου – Μαλούτα.

1. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΣΤΟΥΣ ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΒΕΜΠΕΡ

Οι σχέσεις εξουσίας που επικρατούν σε κάθε κοινωνία δομούνται με βάση την ιεράρχηση των κοινωνικών ομάδων, βάσει της κοινωνικής του θέσης ή κατάστασης. Η κοινωνική τάξη αντανακλά τις διακριτές δομικές σχέσεις μέσα σε ένα οικονομικό σύστημα. Για του μαρξιστές η κοινωνική τάξη συνδέεται με τις οικονομικές σχέσεις που αποκτούν μια μορφή εκμετάλλευσης στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες, που ορίζονται με βάση τις σχέσεις ιδιοκτησίας. Κατά τον Μαρξ ο βασικός ταξικός διαχωρισμός στις καπιταλιστικές κοινωνίες αφορά τους κατόχους των μέσων παραγωγής «αστική τάξη» και σε αυτούς που κατέχουν μόνο την εργατική τους δύναμη «προλετάριοι». Όλες οι άλλες ενδιάμεσες τάξεις όπου αυτές υπάρχουν χάνουν την όποια ιδιαίτερη σημασία τους και ενσωματώνονται στις βασικές.
Οι σχέσεις ιδιοκτησίας, η γραφειοκρατική εξουσία ή ο καταμερισμός της εργασίας αποτελούν συμπαγείς οντότητες που υπαγορεύουν τη δική τους αυστηρή λογική στους κατόχους συγκεκριμένων κοινωνικών θέσεων, εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα του συστήματος. (Παπαδόπουλος 2008:163-165)

Η ιστορική εξέλιξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, πάντα σε άμεση συνάρτηση με την ιδιοκτησία, αποτελεί τη βάση της μαρξικής θεώρησης των σχέσεων των δύο φύλων. Σύμφωνα με αυτή, οι πατριαρχικές κοινωνικές σχέσεις διαμορφώθηκαν αρχικά εντός των φυσικών σχέσεων του οικογενειακού πλαισίου και μεταφέρθηκαν αργότερα ως κοινωνικές σχέσεις στην εργασιακή διαδικασία.
Η αναπαραγωγή της άμεσης (ιδιωτικής) ζωής μέσα στην οικογένεια μεταφέρεται στην κοινωνική (δημόσια) ζωή, με τους ίδιους όρους που θέτει η πατριαρχία. Για τους μαρξιστές οι οικογένειες εντάσσονται ως ενιαία σύνολα στις μεγάλες ταξικές διαιρέσεις των καπιταλιστικών κοινωνιών. Στην ανάλυση των Μαρξ-Ένγκελς οι οικογένειες εδράζονται στην πατριαρχική αντίληψη του άνδρα εργαζόμενου-κουβαλητή. Η θέση του εργαζόμενου στην παραγωγική διαδικασία και η σχέση του με τα μέσα παραγωγής διαμορφώνουν την ταξική δομή. (Μοσχονάς 2005:253-256)

Ο Βέμπερ εισηγείται τρόπους ταξικής στρωμάτωσης που δεν στηρίζονται στις τάξεις αλλά στο στάτους, προσθέτοντας στην ταξική διάκριση του Μαρξ τα άτομα των μεσαίων στρωμάτων που αρνούνται να ταξινομηθούν ως προλετάριοι, χωρίς όμως να ανήκουν στην τάξη των καπιταλιστών. Οι συνειδητές κοινότητες του Βέμπερ (οι ομάδες στάτους) μοιράζονται κοινά πολιτισμικά και καταναλωτικά πρότυπα που διαμορφώνουν μέσα από ένα κοινό τρόπο ζωής, μια θεμελιακή αίσθηση ταυτότητας.
Η Βεμπεριανή εκδοχή της διάρθρωσης της οικονομικής ανισότητας λειτούργησε ως θεραπαινίδα των προβλημάτων που δημιούργησε η στενή υλιστική αντίληψη των μαρξιστών για τη δημιουργία των τάξεων. Η ταξική του ανάλυση θεμελιώνεται στην κατανάλωση και όχι την παραγωγή. Διακρίνει τους ιδιοκτήτες ή τις τάξεις που έχουν ιδιοκτησία και διαθέτουν κεφάλαιο, καθώς και τις εμπορικές τάξεις με «θετικά προνόμια», όπως κι αυτούς που κατέχουν αγαθά, υπηρεσίες και δεξιότητες που μπορούν να τις διαθέσουν στην αγορά. Από την άλλη «αρνητικά» προνόμια έχουν οι τάξεις που περιλαμβάνουν τους ανελεύθερους, τους άπορους και όλους τους εργάτες. (Κασιμάτη 2001:47-49)

Οι ταξικές αναλύσεις αυτού του είδους (ιδίως η μαρξική) έχει θεωρηθεί ότι δεν αποδίδουν τη συλλογική και ατομική δράση στα ίδια τα άτομα, αλλά στα κοινωνικά χαρακτηριστικά που προσδιορίζει το ταξικό σύστημα. Έτσι αποτυγχάνουν να ερμηνεύσουν επιμέρους διαχωρισμούς (φυλετικούς, έμφυλους, θρησκευτικούς και εθνικούς), που διαπλέκονται με τους βασικούς ταξικούς διαχωρισμούς. Στις κλασικές ταξικές θεωρίες η παράμετρος του κοινωνικού φύλου για πολύ καιρό είτε αγνοείται εντελώς, είτε δεν συνεκτιμάται επαρκώς. (Παπαδόπουλος 2008:164-165)
Τις δεκαετίες του 1960 και 1970 αναπτύχθηκαν φεμινιστικές θεωρίες που θεωρούσαν τον καπιταλισμό υπεύθυνο για την δόμηση των κοινωνιών κάτω από την καταπιεστική του εξουσία. Αναπτύχθηκα μια «ρεαλιστική» φεμινιστική προσέγγιση που υποστήριζε πως οι έμφυλοι διαχωρισμοί συναντώνται στις κοινωνίες πριν από τα άτομα που τους διαμόρφωσαν και η «κονστρουβιστική» προσέγγιση, που θεωρεί τις έμφυλες σχέσεις άρρηκτα συνδεδεμένες με τις προσωπικές απόψεις και τον τρόπο που διαμορφώνουν την αλληλεπίδραση μας με άλλα άτομα. (Παπαδόπουλος 2008:166-167)

2. ΝΕΟ-ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟ-ΒΕΜΠΕΡΙΑΝΟΙ

Η αρχική θεωρία του Μαρξ για τις τάξεις θεωρήθηκε ανεπαρκής για να περιγράψει τις σύγχρονες κοινωνίες και αναθεωρήθηκε από τον E. Wright, ο οποίος περιλαμβάνει στην ανάλυση του τις νέες μεσαίες τάξεις. Αυτές προσδιορίζονται ως οι τάξεις που βρίσκονται στον χώρο μεταξύ των καπιταλιστών και των προλετάριων όπως οι διευθυντές, οι ημιαυτόνομοι εργάτες και οι μικροί επιχειρηματίες-εργοδότες. Την βάση για την διαφοροποίηση αυτών των αντιφατικών θέσεων αποτελεί η δυνατότητα ελέγχου στις επενδύσεις και τη συσσώρευση του πλούτου, στα μέσα παραγωγής και στην εργατική δύναμη. (Κασιμάτη 2001:50-52)
Σχετικά με τη θέση των γυναικών στην ταξική διάρθρωση ο Ράιτ σημειώνει τρία ζητήματα: α) την απόκτηση και κατανομή των πόρων μεταξύ ανδρών και γυναικών, β)την ταξική θέση των γυναικών που δεν συμμετέχουν στην αγορά εργασίας (όπως των νοικοκυρών) και γ)το ζήτημα αντιμετώπισης των γυναικών ως διακριτής κοινωνικής τάξης. Δεν θεωρεί τις έμφυλες σχέσεις ως άξονα της ταξικής διάρθρωσης, αλλά αναγνωρίζει το ρόλο τους στη μορφοποίηση των κοινωνικών τάξεων. Κανένα από τα παραπάνω τρία ζητήματα δεν αποτελεί ισχυρό επιχείρημα για τον ταξικό διαχωρισμό στη βάση του κοινωνικού φύλου.
Αργότερα ο Ράιτ αναθεωρεί την εννοιολόγηση του για την ταξική διάρθρωση σε ένα νέο ερμηνευτικό σχήμα που περιλαμβάνει την διάσταση του κοινωνικού φύλου, σαν μια διαμεσολαβούμενη ταξική θέση. Αντίθετα με την άμεση ταξική θέση που βασίζεται στην απασχόληση και την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αυτή αποδίδεται στα όντα μέσω των συγγενικών και οικογενειακών τους σχέσεων. (Παπαδόπουλος 2008:179-181)
Ο Ράιτ μέσα από τις μελέτες του σε παντρεμένες γυναίκες στις ΗΠΑ και την Σουηδία, εξετάζει τις επιπτώσεις της οικογενειακής ταξικής σύνθεσης. Στις ΗΠΑ η ταξική ταυτότητα των γυναικών δεν επηρεάζεται από το δικό τους επάγγελμα αλλά του συζύγου τους, ενώ στην ταξική ταυτότητα των παντρεμένων Σουηδέζων τόσο το δικό τους επάγγελμα, όσο και των συζύγων τους, έχουν την ίδια επιρροή. (Παπαδόπουλος 2008:181-182)

Ο νέο-βεμπεριανός Γκόλντθορπ βασίζει την ανάλυση του για τα δύο κοινωνικά φύλα στην Βρετανική Γενική Εκλογική Μελέτη του 1983, που αφορούσε το Ηνωμένο Βασίλειο πλην της Σκοτίας και της Ιρλανδίας, επισημαίνοντας τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις της κατανομής των γυναικών σε κοινωνικές τάξεις. Αναμορφώνει την «συμβατική» προσέγγιση που θέλει τις ταξικές θέσεις των οικογενειών να εκπορεύονται από τις ταξικές θέσεις των ανδρών, εισάγοντας τον παράγοντα της κινητικότητας των γυναικών που οφείλεται στον γάμο. Εντοπίζει διαφορές ως προς τα φύλλα, αφού οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα καθοδική κινητικότητα μετά τον γάμο.
Όσο αφορά την «κυριαρχική» προσέγγιση που εξετάζει το ποιος εκ των δύο συζύγων έχει την κυρίαρχη δέσμευση να συμμετέχει στην αγορά εργασίας, ο Γκόλντθορπ επισημαίνει διαφοροποιήσεις όταν η ταξική θέση των γυναικών εισάγεται στην ανάλυση, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα. Αυτού του είδους η προσέγγιση στηρίζεται κατά κύριο λόγο στον Έρικσον, ο οποίος εκλαμβάνει το άθροισμα των διαφορετικών ατομικών ταξικών θέσεων σαν τη συνολική ταξική θέση μιας οικογένειας. (Παπαδόπουλος 2008:183-184)

Ο Πάρκιν δίνει ιδιαίτερο βάρος στην έννοια της «κοινωνικής περιχαράκωσης», τονίζοντας το ρόλο των σχέσεων κοινωνικής δράσης και εξουσίας, παραπέμποντας σε μορφές κοινωνικού αποκλεισμού. Αντί του κοινωνικού κύρους που χρησιμοποιούν οι λειτουργιστές, ο Πάρκιν εξετάζει τη σχέση φύλου και στρωμάτωσης από την πλευρά της τάξης. Θεωρεί ότι η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας επηρεάζει οριακά την παραδοσιακά ανδροκρατούμενη κοινωνική σύνθεση της ταξικής στρωμάτωσης. (Μοσχονάς 2005:246)

3. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΦΥΛΟΥ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ

Σε αυτό το σημείο της εργασίας κρίνεται χρήσιμο να ορίσουμε κάποιες από τις βασικές κοινωνιολογικές έννοιες που θα χρησιμοποιήσουμε παρακάτω.
Με τον όρο βιολογικό φύλο ορίζουμε την ταυτότητα που αποκτάει το άτομο με την γέννηση του (άνδρας ή γυναίκα) και καθορίζει τον βιολογικό του ρόλο στην αναπαραγωγή. Ως κοινωνικό φύλο ορίζουμε την κοινωνική κατασκευή που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να κατανοήσουν και να διαχειριστούν την ύπαρξη δύο διαφορετικών φύλων.
Η έμφυλη ταυτότητα αφορά την αντίληψη του ατόμου σχετικά με το φύλο στο οποίο ανήκει και αποτελεί προϊόν ανθρώπινης διαντίδρασης αφού διαμορφώνεται από τον καθένα για τον εαυτό του αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετωπίζουν οι άλλοι.
Οι έμφυλοι ρόλοι αποτελούν πολιτισμικά χαρακτηριστικά που καθορίζονται από την κοινωνία και τον πολιτισμό και καθορίζουν την συμπεριφορά των ατόμων ανάλογα με το φύλο στο οποίο ανήκουν. (Hughes-Kroehler 2007:421-422)

Η «συμβατική» προσέγγιση του Γκόλντθορπ δέχθηκε σημαντική κριτική από διάφορες πλευρές αλλά και σημαντική υποστήριξη.
Η Στάνουωρθ ανατρέπει τους ισχυρισμούς του Γκόλντθορπ που θεωρεί ότι οι υποδιέστερες ταξικές θέσεις των γυναικών αποτελούν απλά μια έκφραση της οικογενειακής ιεραρχίας των συζύγων πάνω στις γυναίκες τους, εκφράζοντας την άποψη ότι ευθύνεται η κυριαρχία των ανδρών πάνω στις διαδικασίες του σχηματισμού των κοινωνικών τάξεων. Πιστεύει ότι οι θεωρητικοί της κοινωνικής στρωμάτωσης αγνοούν στις αναλύσεις τους σημαντικά ζητήματα όπως τη λειτουργία της αγοράς εργασίας απέναντι στις γυναίκες, τις διαδικασίες μορφοποίησης των συσχετισμών ανάμεσα στις έμφυλες ταξικές θέσεις, τη σημασία της απλήρωτης εργασίας μέσα στην οικογένεια και τις σχέσεις μεταξύ ατόμων, νοικοκυριών και οικογενειών μέσα στο ταξικό σύστημα. (Παπαδόπουλος 2008:172-173)
Η Στέησυ επισημαίνει την ύπαρξη δύο διακριτών σφαιρών στη σύγχρονη οικονομία (δημόσια και ιδιωτική). Θεωρώντας ότι η έμφυλη διάταξη που εφαρμόζεται στην οικιακή σφαίρα, εφαρμόζεται και στη δημόσια. Η κλασική έμφυλη διάταξη συνεχίζει να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην διαδικασία σχηματισμού των τάξεων και στον ορισμό των ομάδων με βάση το κύρος/γόητρο, μέσα από τους μηχανισμούς μεταβίβασης της ιδιοκτησίας, των δεξιοτήτων και των πόρων.
Η Ουάλμπυ θεωρεί την οικιακή εργασία ως ιδιαίτερη μορφή εργασίας η οποία αποκρύπτεται από τις μελέτες που χρησιμοποιούν την οικογένεια και όχι τα άτομα ως μονάδα ανάλυσης. (Παπαδόπουλος 2008:174-175)

Την δεκαετία του 1980 ο Μαν εκπροσωπώντας την ενδιάμεση συνδυαστική θέση, τάσσεται υπέρ μιας θεώρησης κοινωνικού φύλου και στρωμάτωσης σε ενιαία βάση, υπογραμίζοντας ότι αντίθετα με τη σαφή διάκριση δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας που συναντάμε στις παραδοσιακές πατριαρχικές κοινωνίες, στις σύγχρονες το φύλο δεν επηρεάζει τη δομή της δημόσιας στρωμάτωσης. Ο διαχωρισμός των δύο σφαιρών έχει εκλείψει, οδηγώντας στην κατάργηση της πατριαρχίας.
Μέσα από την διαπλοκή των δύο σφαιρών το κοινωνικό φύλο και η κοινωνική τάξη αλληλεπιδρούν διαμορφώνοντας μια περίπλοκη κοινωνική στρωμάτωση στην οποία δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος από τους δύο παράγοντες έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η στρωμάτωση είναι έμφυλη και το κοινωνικό φύλο στρωματοποιημένο. (Παπαδόπουλος 2008:175-177)

4. Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Ο νεοφιλελεύθερος χαρακτήρας της παγκοσμιοποίησης δημιουργεί έναν τρίτο πυλώνα στη μελέτη του κοινωνικού φύλου. Σύμφωνα με την Young, ο καπιταλισμός επιτάσσει τη συμμετοχή των γυναικών στην εργασιακή διαδικασία χωρίς όμως να παρέχει τις απαραίτητες κοινωνικές υποδομές, που θα επέτρεπαν στις μητέρες να εργαστούν. Αυτό δημιουργεί έναν νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας μεταξύ των γυναικών, που δημιουργεί από τη μια μεριά «κυρίες» και από την άλλη «υπηρέτριες».
Οι δεύτερες είναι κυρίως μετανάστριες που απασχολούνται ως υπηρετικό προσωπικό σε μια κατά βάση ανεπίσημη αγορά εργασίας, ώστε οι πρώτες να εργάζονται με πλήρη ωράρια στην επίσημη αγορά εργασίας.
Σαν αποτέλεσμα η είσοδος των γυναικών στην παραγωγική διαδικασία οξύνει την κοινωνική διαφοροποίηση των γυναικών. Οι μορφωμένες γυναίκες της μεσαίας τάξης κατέχουν θέσεις εργασίας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, δίπλα σε γυναίκες περιορισμένων προσόντων, που εργάζονται ως εσωτερικές υπηρέτριες ώστε οι γυναίκες της μεσαίας τάξης να πραγματώσουν τον επαγγελματικό του ρόλο. (Μοσχονάς 2005:258-259)

Μελετώντας τα συμπεράσματα της έρευνας των Φράνσις και Σκέλτον για τον ρόλο του κοινωνικού φύλου στην εκπαίδευση στην Αγγλία, βλέπουμε ότι τα κορίτσια της εργατικής τάξης παρά την τεράστια πρόοδο που σημείωσαν στις σχολικές επιδόσεις τις τελευταίες δεκαετίες, δεν στάθηκε δυνατό να διαρρήξουν τα στεγανά της βρετανικής εκπαίδευσης. Τα περισσότερα κορίτσια της εργατικής τάξης που πέτυχαν υψηλές σχολικές επιδόσεις ήταν παιδιά που διέφεραν εντελώς από την συντριπτική πλειοψηφία του οικογενειακού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος, αναδεικνύοντας το στοιχείο της υποκειμενικότητας της μεσαίας τάξης. (Φράνσις-Σκέλτον 2008:281)

Από την οπτική της Παντελίδου – Μαλούτα, στις χώρες της νότιας Ευρώπης όπου οι πατριαρχικές αντιλήψεις για τη δομή της οικογένειας παραμένουν ισχυρές, υπάρχει σαφές έλλειμμα αντιπροσώπευσης των γυναικών στους πολιτικούς μηχανισμούς, φέρνοντας πάλι στο προσκήνιο τη σχέση δημόσιου-ιδιωτικού. (Παντελίδου-Μαλούτα 2002:53)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Θεωρώ πειστικότερα τα επιχειρήματα της ενδιάμεσης συνδυαστικής θέσης του Μαν.
Η περίπλοκη κοινωνική στρωμάτωση των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών δεν έχει καταφέρει να καταργήσει τις κοινωνικές τάξεις, ενώ το κοινωνικό φύλο τις έχει μετασχηματίσει. Τα νέο-πατριαρχικά χαρακτηριστικά που αναδύθηκαν στις σύγχρονες κοινωνίες εισάγουν ζητήματα πολιτικής στη συζήτηση για τις κοινωνικές τάξεις καθώς ξεφεύγουν από τα κοινωνικά όρια.
Το ότι το φύλο συνεχίζει να αποτελεί κοινωνική ιεράρχηση αποτελεί ένα γεγονός με ανάμικτα αποτελέσματα. Ποιος άραγε από εμάς θα προσλάμβανε άνδρα baby-sitter για τα παιδιά του ή γυναίκα κηπουρό για να κλαδέψει τα δέντρα του κήπου;

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Παπαδόπουλος, Γ., Α., «Η συζήτηση σχετικά με το κοινωνικό φύλο και την κοινωνική τάξη» στο Ανθολόγιο Θεωρητικά Διλήμματα και Κοινωνική Πραγματικότητα, ΕΑΠ, Πάτρα, 2008
Μοσχονάς, Α., «Τάξεις και στρώματα στις σύγχρονες κοινωνίες: ερμηνευτικές προσεγγίσεις και ειδικές αναφορές», Οδυσσέας, Αθήνα, 2005.
Hughes, Μ., Kroehler, C.J., (2007), «Κοινωνιολογία: Οι βασικές έννοιες», Κριτική, Αθήνα, 2007.
Κασιμάτη, K. (2001), «Δομές και Ροές: το φαινόμενο της κοινωνικής και επαγγελματικής κινητικότητας», Gutenberg ,Αθήνα, 2001.
Παντελίδου-Μαλούτα, Μ.,«Το Φύλο της Δημοκρατίας», Σαββάλας, Αθήνα, 2002.

Francis, B., & Skelton, B., «Διερευνώντας το Κοινωνικό Φύλο: Σύγχρονες Προσεγγίσεις για την Εκπαίδευση, K.E.Θ.Ι., Αθήνα, 2008.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: