h1

«Αν δεν αποδεχθούμε ότι τα «καθόλου» είναι κάτι τι εντελώς εξω από ένα ατομικό πράγμα, τότε θα πρέπει να τα θεωρήσουμε οτι είναι εντός του, δηλαδή οτι αποτελούν μέρος της ουσίας του ατομικού αυτού πράγματος – συνεπώς κάθε ατομικό πράγμα θα αποτελεί στην ουσία του μια σύνθεση από διάφορα «καθόλου», κάτι που όμως καταλήγει το ατομικό να είναι κάτι «καθόλου». Επιπλεόν δε, θα συνεπαγόταν οτι μέρος της ουσίας του Χριστού θα ήταν άθλιο και καταραμένο, αφού ο Χριστός (ως άτομο) θα μοιραζόταν μια κοινή φύση [natura communis] ωρισμένα «καθόλου» απο κοινού με τον Ιούδα (άλλο άτομο) που είναι όντως καταραμένος και άθλιος – έτσι τα «καθόλου» αυτά θα ενυπήρχαν πραγματικά [realiter] και στον Χριστό και στον Ιούδα – κάτι που καταρρίπτει την λογική»

Αύγουστος 21, 2012

m
1. Εισαγωγή
Στο πρώτο μέρος της εργασίας αυτής θα δούμε τις προσπάθειες που γίνονται τον Μεσαίωνα να απαντηθεί το επιστημολογικό και οντολογικό πρόβλημα για το αν έχουν πραγματική ύπαρξη οι καθολικές έννοιες ή είναι οντολογικές κατηγορίες που τις κατασκευάζει ο νους του ανθρώπου για να εννοήσει την πραγματικότητα. Κατόπιν θα παρουσιάσουμε τη νομιναλιστική θεωρία για τις καθολικές έννοιες όπως αυτή αναπτύχθηκε στην σκέψη του Όκκαμ στον ύστερο Μεσαίωνα. Στο τρίτο μέρος θα ερευνήσουμε πώς οι θέσεις του Όκκαμ επεκτάθηκαν από τον μετριοπαθή νομιναλισμό του Λοκ, του θεμελιωτή της εμπειρικής γνωσιολογίας,

2. Η διαμάχη περί των καθολικών εννοιών στον Μεσαίωνα.
Οι καθολικές έννοιες (universalia, έννοιες γένους ή τα λεγόμενα »καθόλου») και η σχέση τους με την πραγματικότητα ανιχνεύονται ως ένα από τα θεμελιώδη θέματα της φιλοσοφικής σκέψης ήδη από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Τότε διαμορφώθηκε το φιλοσοφικό ρεύμα του ρεαλισμού, η πλατωνική θεωρία των ιδεών και η αριστοτελική λογική. (Windelband, σ. 40). Κατά το μεσαίωνα η ρεαλιστική άποψη οδήγησε σε φιλοσοφικές και θεολογικές διαμάχες. Ο Ιωάννης Σκώτος Εριγένης, βασικός εκφραστής του νεοπλατωνικού ρεαλισμού, διατυπώνει ότι το γενικό (οι έννοιες γένους) παρουσιάζεται ως η πιο πραγματική και πρωταρχική οντότητα, αφού αυτή παράγει, περιέχει και καθορίζει το επιμέρους, το ειδικό (και το άτομο) (Windelband, σ. 42-43). Από τον Άνσελμο της Κανταβρυγίας, τον 11ο αιώνα, διατυπώνεται και η πιο σημαντική διδασκαλία που έπλασε ο ρεαλισμός: η οντολογική απόδειξη της ύπαρξης του Θεού (Windelband, σ. 44), με το θεμελιώδες τρίτο του επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο τα όντα συνδέονται μεταξύ τους με αιτιακές σχέσεις, ενώ στο σύνολό τους δεν έχουν αιτία. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει ένα ον, με αυθύπαρκτη ύπαρξη, που είναι ο Θεός, στου οποίου την ύπαρξη όλα τα όντα συμμετέχουν. (Αθανασόπουλος Κ., σ. 67-69). Η Εκκλησία με τη σειρά της επιδοκίμαζε τη θεωρία του ρεαλισμού, γιατί με τις θέσεις του για τα καθόλου υποβοηθούσε στη θεμελίωση βασικών θρησκευτικών δογμάτων. (Windelband, σ. 49). Την περίοδο αυτή αποκρυσταλλώνονται τα στοιχεία ενός ακραίου νομιναλισμού: η γνωσιοθεωρία ότι τα καθόλου είναι απλά περιληπτικά ονόματα, κοινοί ήχοι που χρησιμοποιούνται για να χαρακτηρίσουν διαφορετικά πράγματα, με την μεταφυσική προέκταση της ατομοκρατίας (μόνο τα επιμέρους ατομικά πράγματα πρέπει να θεωρούνται ουσίες και να εκλαμβάνονται ως αληθινά και πραγματικά) (Windelband, σ. 50) Σύμφωνα με τον Αβελάρδο, τα καθόλου δεν είναι ούτε πράγματα, ούτε λέξεις. Τα καθόλου υπάρχουν σύμφωνα με τη διδασκαλία του ‘πριν από τα πράγματα’, στο νου του Θεού, ως πλάσματα του νου, ‘μέσα στα πράγματα’, ως πολλαπλότητα που έχει τους ίδιους καθορισμούς, και ‘μετά τα πράγματα’, ως ενιαία έννοια που συλλαμβάνεται από την ανθρώπινη σκέψη και καθιστά δυνατή την έκφραση. (Windelband, σ. 52-53). Πλάι στον Θωμά τον Ακινάτη, που είναι συνεχιστής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη στην θεωρία της ουσιοκρατίας (η ουσία έχει μεγαλύτερη σημασία από την ύπαρξη), (Αθανασόπουλος Κ., σ.112), ο Ιωάννης Ντανς Σκώτος, πρεσβεύει από τη μια τη νομιναλιστική άποψη ότι ο νους δημιουργεί τις καθολικές έννοιες για να περιγράψει τα όντα, από την άλλη όμως υποστηρίζει τη ρεαλιστική ή πραγματοκρατική θέση ότι ο ανθρώπινος νους περιορίζεται στη δημιουργία της καθολικής έννοιας από τις πραγματικές σχέσεις μεταξύ των όντων που υπάρχουν στον κόσμο. (Αθανασόπουλος Κ., σ.142)

3. Ο ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΤΟΥ ΟΚΚΑΜ (περ. 1290 – 1349)

Από τους πρώτους που αντιτάχθηκαν στην ουσιοκρατία και κύριος εκφραστής του φιλοσοφικού κινήματος της ονοματοκρατίας ή νομιναλισμού ήταν ο Άγγλος θεολόγος Ουίλλιαμ του Όκκαμ (Βαλλιανός Π., σελ.50). Ο Ουίλλιαμ Όκκαμ θεωρώντας ότι η ουσιοκρατία και ο ρεαλισμός της εποχής έθεταν ανεπίτρεπτους περιορισμούς στην παντοδυναμία και την απόλυτη ελευθερία του Θεού, καταλήγει στη ριζοσπαστική θέση ότι οι καθολικές έννοιες δεν είναι σώματα, δεν έχουν πραγματική υπόσταση, δεν υπάρχουν. (Αθανασόπουλος Κ., σ.158). Είναι μόνο »φωνές», ή »ονόματα» (ονοματοκρατία), συμβατικές ονομασίες, απλές λέξεις, ενεργήματα νοητικά με τα οποία σχηματίζουμε τις ταξινομήσεις εκείνες που μας χρειάζονται. Μόνο τα συγκεκριμένα ατομικά όντα, τα μοναδικά και αυθύπαρκτα άτομα, απαρτίζουν την αισθητή εμπειρία, μόνο αυτά έχουν ουσία και φυσική υπόσταση. Τα μεμονωμένα όντα είναι αυτοτελή και η ύπαρξή τους εξαρτάται όχι από τα καθολικά πρότυπα, αλλά απευθείας από την απόλυτη ελεύθερη βούληση του Θεού. Αν αναγνωρίζαμε πραγματική υπόσταση στις καθολικές έννοιες, αυτό θα σήμαινε ότι θα τις αναγνωρίζαμε ως υπερβατικές έννοιες, ως νοητικά πρότυπα, σύμφωνα με τα οποία θα συμμορφωνόταν ακόμα και η θεϊκή βούληση στη δημιουργία του κόσμου (Βαλλιανός Π., σελ.51).
Ο Ουίλλιαμ Όκκαμ επηρεασμένος από τον τερμινισμό ή οροκρατία που είχε αναπτύξει τον 13ο αιώνα ο Πέτρος της Ισπανίας εισήγαγε και ανέπτυξε μια ακραία μορφή της Λογικής των Όρων. (Αθανασόπουλος Κ., σ.160). Ο Όκκαμ ονόμασε την έννοια που σημασιοδοτούν οι λέξεις ‘φυσικό σήμα’, για να δείξει ότι η αντίληψη ενός πράγματος από τον ανθρώπινο νου δημιουργεί αυτόματα και φυσικά, σε αντίθεση με τον συμβατικό τρόπο έκφρασης, μια έννοια (ένα terminus conceptus) αυτού του πράγματος στο ανθρώπινο μυαλό. (Αθανασόπουλος Κ., σ.160). Το φυσικό σήμα είναι το ίδιο για δυο ανθρώπους με διαφορετικές γλώσσες, ενώ τα συμβατικά σημεία είναι οι λεκτικές εκφράσεις των φυσικών σημείων που ποικίλλουν από την μια γλώσσα στην άλλη (Luscombe D. , σ. 205) Κατά τον Όκκαμ, η υπόθεση (suppositio) είναι το να θέτεις κάτι στην θέση κάποιου άλλου. Στην προσωπική υπόθεση ο όρος ενέχει τη θέση όλων των καθέκαστα, υποδεικνύει το ίδιο το πράγμα που δηλώνει και αποτελεί ένα είδος σημασίας., π. χ. όταν λέμε »κάθε άνθρωπος είναι ένα ζώο». Στην περίπτωση της απλής υπόθεσης ο όρος αποτελεί μια συγκεχυμένη ιδέα και δεν δηλώνει καθέκαστα π. χ. όταν λέμε »ο άνθρωπος είναι ένα είδος». Η απλή υπόθεση δεν αποτελεί είδος σημασίας. Κατά τον Όκκαμ, κάθε έννοια αφορά ένα καθέκαστα και όχι ένα γενικό αντικείμενo: Οι έννοιες χωρίζονται σε δύο είδη, στις διακριτές (η έννοια που έχω για τον Σωκράτη όταν τον βλέπω μπροστά μου) και εκείνες που είναι συγκεχυμένες (η έννοια που έχω για τον άνθρωπο, που δεν δηλώνει παρά τη δική μου έννοια του ανθρώπου). Θέτοντας το καθόλου (συγκεχυμένη έννοια) ως κατηγόρημα του καθέκαστα (διακριτή έννοια), αποδίδουμε το συγκεχυμένα γνωστό καθέκαστα στο καθέκαστα- διακριτή έννοια. (Luscombe D. , σ. 209-210)Στον Όκκαμ, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας στην επιστήμη, γνωστή ως το »ξυράφι του Όκκαμ», βλέπουμε μόνο μία οντολογική κατηγορία, αυτή των υπαρκτών και άμεσα αντιληπτών και εξατομικευμένων όντων. Οι καθολικές έννοιες αποτελούν μόνο ενεργήματα της ανθρώπινης νόησης, με συμβατική ύπαρξη που εξαρτάται από το πολιτιστικό περιβάλλον που τις δημιούργησε, είναι όροι που με τη χρήση της suppositio σημασιοδοτούν τα συγκεκριμένα όντα που απαρτίζουν την αισθητή εμπειρία (τα ‘καθέκαστον επιμέρους’) (Αθανασόπουλος Κ., σ.161). Είναι σημεία που παίρνουν την μορφή ενός όρου και χρησιμεύουν μόνο στο να επαναφέρουν στο νου την εικόνα που σχηματίζουμε για τα καθέκαστα (Luscombe D. , σ. 203). Το να υποστηρίζουμε ότι οι καθολικές έννοιες υπάρχουν, οδηγεί σε αντίφαση, αφού μόνο τα εξατομικευμένα όντα υπάρχουν και ο ισχυρισμός περί υπάρξεως μιας καθολικής έννοιας συνεπάγεται αυτόματα την εξατομίκευσή της και την μετατροπή της σε συγκεκριμένο ον. Ο συλλογισμός αυτός του Όκκαμ, μετατρέπει όλες τις γενικές κατηγορίες όντων σε μη υπαρκτά και εξαρτώμενα από ένα δρων υποκείμενο που τα αντιλαμβάνεται (Αθανασόπουλος Κ., σ.161). Αυτό που λείπει ωστόσο είναι μια γνωσιολογική »αρχή καθολίκευσης» που θα εξηγούσε τον σχηματισμό των καθολικών εννοιών, αφού ο Όκκαμ δεν εξήγησε πώς ο νους μπορεί να σχηματίζει καθολικές έννοιες που να ταιριάζουν σε πολλά μεμονωμένα καθέκαστα, από τη στιγμή που δεν υπάρχει τίποτε το κοινό ανάμεσα σε αυτά τα εξατομικευμένα όντα (Spade, P. V. , σ. 149-150).Η επιστημολογία του Όκκαμ αποκαθιστά την εμπειρική πραγματικότητα ως πρωταρχικό θεμέλιο της επιστημονικής αλήθειας (Βαλλιανός Π., σελ.50). Σύμφωνα με τον Όκκαμ, η αίσθηση περικλείει την ενόραση, εφόσον η ενάργεια των καθέκαστα αντικειμένων μπορεί να γίνει αντιληπτή ακόμη κι εκεί που δεν υπάρχει επιστήμη (επιστήμη των καθόλου). Οι έννοιες μπορούν να παραχθούν στο νου ως αποτέλεσμα της γνώσης που αποκτάται από την εμπειρία της πραγματικότητας (εναργής γνώση).. Επιπλέον, είναι δυνατό κάποιος να έχει ενορατική γνώση ενός πράγματος το οποίο δεν αντιστοιχεί σε μια εξωνοητική πραγματικότητα, γιατί η γνώση δεν εξαρτάται από την παρουσία των αντικειμένων, αλλά προκύπτει χάρη στην ίδια της τη φύση που είναι η δυνατότητα του γνωρίζειν (Luscombe D. , σ. 208). Ο Όκκαμ διαχωρίζει την επιστήμη σε πραγματική, που αναφέρεται άμεσα σε υπαρκτά αντικείμενα, και σε λογική, που έχει όρους (καθολικές έννοιες) που αναφέρονται έμμεσα μόνο, με τη βοήθεια άλλων όρων, σε υπαρκτά πράγματα και μελετάει όρους που δε μπορούν να υπάρξουν χωρίς το νου. (Αθανασόπουλος Κ., σ.161-162)

4. ΤΖΩΝ ΛΟΚ (1632-1704)

Ο Λοκ εισάγει τον εμπειρικό ιδεαλισμό στη φιλοσοφική σκέψη, απορρίπτοντας τις θεωρίες περί των έμφυτων ιδεών και εξαρτώντας την γνώση από την εμπειρία. Θεωρεί μάλιστα ότι η εξωτερική πραγματικότητα δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το άτομο, αλλά αποτελεί μία προσωπική του κατασκευή, απόρροια των αισθήσεων και των επίκτητων εμπειριών του (Μολυβάς Γ. , σ. 51). Οι λέξεις, είναι απλές συμβάσεις με στόχο να μας διευκολύνουν και δεν σχετίζονται με την ουσία των πραγμάτων. Οι ιδέες είναι τα ομοιώματα των αντικειμένων που σχηματίζονται στο πνεύμα ή τη συνείδησή μας, είναι αντικείμενα της νόησης και αντιπροσωπεύουν και υποκαθιστούν στον νου τα πράγματα του εξωτερικού κόσμου (Μολυβάς Γ. , σ. 52). Οι ορισμοί για τον Λοκ δεν είναι πραγματικοί, αλλά ονομαστικοί, δεν ορίζουν πράγματα, αλλά λέξεις. Ο ορισμός του χρυσού είναι απλά ό,τι εμείς εννοούμε με αυτήν την λέξη, είναι η σύνθετη ιδέα ή η ονομαστική ουσία που έχουμε στο μυαλό μας όταν κάνουμε λόγο γι αυτήν. Αυτή η ιδέα ή η ονομαστική ουσία ποικίλλει ανάλογα με τον νου που αντιλαμβάνεται το συγκεκριμένο χρυσό αντικείμενο. Η γενική ιδέα, η »ονομαστική ουσία» του αντικειμένου είναι η ιδέα του τι είναι στην πραγματικότητα η »πραγματική ουσία» του. (Woolhouse, σ. 136-138). H »πραγματική ουσία» των πραγμάτων κρύβεται πίσω από τις εμφανίσεις τους σε εμάς και γι αυτό δεν μπορούμε να τη γνωρίσουμε (Βαλλιανός Π. , σ. 125). Σύμφωνα με τον Λοκ, οι απλές ιδέες προκύπτουν άμεσα από τα αντικείμενα που προσλαμβάνουμε με την εμπειρία και με τη διαμεσολάβηση του πνεύματος σχηματίζουν τις σύνθετες ιδέες. Επομένως και οι πολυπλοκότερες και σύνθετες ιδέες πηγάζουν από την εμπειρία. (Μολυβάς Γ. , σ. 52). Ο Λοκ υποστηρίζει ότι οι ιδιότητες του είδους που συγκροτούν την ονομαστική ουσία που έχουμε για τα σώματα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, σε πρωτεύουσες (και αυθεντικές) και σε δευτερεύουσες. Οι πρωτεύουσες ιδιότητες, όπως η έκταση, η μορφή, ο όγκος, το σχήμα, η κινητικότητα, επειδή αποτελούν αναγκαία χαρακτηριστικά των σωματιδίων, δεν μπορούν να διαχωριστούν από τα πράγματα και ενυπάρχουν σε αυτά, με αποτέλεσμα να ευθύνονται για όλες τις ιδιότητες των υποστάσεων που συγκροτούν. Οι δευτερεύουσες ιδιότητες των αντικειμένων είναι εκείνες οι διατάξεις των σωματιδίων τους, όπως το χρώμα και η γεύση, που μέσω των αισθήσεων προκαλούν στον ανθρώπινο νου συγκεκριμένες ιδέες (Woolhouse, σ. 139-140). Οι καθολικές έννοιες είναι για τον Λοκ αφηρημένες γενικές ιδέες που σχηματίζονται στο νου, με πρωταρχική ύλη της δημιουργίας τους τα απλά αντικείμενα της εμπειρίας. Ο Λοκ καταγράφει τρεις αλληλοαναιρούμενες εκδοχές για το πώς σχηματίζονται οι γενικές αφηρημένες ιδέες, ακολουθώντας έτσι τον δρόμο που είχε ανοίξει ο Όκκαμ για την αναζήτηση μιας γνωσιολογικής αρχής καθολίκευσης: α) Η ιδέα ενός συγκεκριμένου αντικειμένου γίνεται αφηρημένη γενική ιδέα όταν λειτουργεί ως αντιπροσωπευτικό δείγμα μετά από συσχετισμό όλων των αντικειμένων της ίδιας τάξης. β) Η γενική αφηρημένη ιδέα συγκροτείται, προϋποθέτοντας την αφαιρετική ικανότητά μας να αποχωρίζουμε τις ιδέες όλων των επιμέρους χαρακτηριστικών των αντικειμένων της ίδιας ομάδας, που τα διαφοροποιούν. γ) Η γενική ιδέα σχηματίζεται μετά από μια συγκεχυμένη ανάμιξη των ιδιοτήτων των επιμέρους αντικειμένων της ομάδας (Μολυβάς Γ. , σ. 53). Η θέση του Λοκ είναι ότι οι απλές ιδέες (παραστάσεις), οι οποίες πηγάζουν από την εμπειρία, συνιστούν το βασικό και αναλλοίωτο υλικό της γνώσης (Αυγελής Ν. , σ.58). Η »αποδεικτική » και η »εποπτική» γνώση, που αποκτάται με τη σύλληψη συνδέσεων μεταξύ ποικίλων ιδεών, είναι »βέβαιη» και »καθολική». Ο Λοκ κάνει διάκριση μεταξύ »γνώσης» και »γνώμης» ή »πεποίθησης». Όταν στις σχέσεις ιδεών και γεγονότων δεν είναι δυνατή η διανοητική αντίληψη οποιασδήποτε σύνδεσης μεταξύ των ιδεών, τότε δεν πρόκειται για γνώση, αλλά για γνώμη, που πρέπει να στηριχτεί στην παρατήρηση, την εμπειρία και τον άτυπο πειραματισμό. (Woolhouse, σ. 130-133).
5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο Όκκαμ αμφισβητεί τις ρεαλιστικές θέσεις των καθολικών εννοιών και ο συνεχιστής του, ο Λοκ απορρίπτει την ύπαρξη στην ψυχή προεμπειρικών γνωστικών στοιχείων διακηρύσσοντας με βεβαιότητα ότι »δεν υπάρχει τίποτε στο νου που να μην υπήρξε προηγουμένως στις αισθήσεις». Οι λογικές έννοιες δεν βρίσκονται εκ των προτέρων στη συνείδηση, αλλά απορρέουν από την εμπειρία. Με τον τρόπο αυτό τίθενται τα θεμέλια για να στραφεί η θεωρία της γνώσης στα αντικείμενα της κατ΄αίσθηση αντίληψης, που είναι η αυθεντική πηγή της γνώσης, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για τη νεωτερικότητα και τη νέα επιστήμη.
6. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αθανασόπουλος Κ., Φιλοσοφία στην Ευρώπη – Τόμος Α´ Η φιλοσοφία στην Ευρώπη Από τον 6ο έως τον16ο Αιώνα, Β’ έκδοση, ΕΑΠ, Πάτρα 2008.
Αυγελής Ν. , Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Επιστήμης, Θεσσαλονίκη 2005 Βαλλιανός Π., Οι επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη – Τόμος Β´ Η επιστημονική επανάσταση και η φιλοσοφική θεωρία της επιστήμης. Ακμή και υπέρβαση του θετικισμού, Β΄έκδοση, ΕΑΠ, Πάτρα 2008. Μολυβάς Γ., Φιλοσοφία στην Ευρώπη – Τόμος Β´ Η Εποχή του Διαφωτισμού (17ος-18ος αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα 2000
Luscombe, David, Η μεσαιωνική σκέψη, μτφρσ. Χ. Γεμελιάρης, Πολύτροπον, Αθήνα 2007

Spade, Paul Vincent, »Μεσαιωνική Φιλοσοφία» στο A. Kenny, (επιμ.), Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, μτφρσ. Δ. Ρισσάκη, Νεφέλη, Αθήνα 2006.
Windelband, W. – Heimsoeth, H., Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας, τόμος Β´ (μτφ. Ν. Σκουτερόπουλος), ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003
Woolhouse, R. S., Φιλοσοφία της επιστήμης β´: Οι εμπειριστές (μτφ. Σ. Τσούρτη), Πολύτροπον, Αθήνα 2003

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: