h1

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΣ,ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ.

Δεκέμβριος 13, 2009

1.ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Σ’ αυτή την εργασία θα αναφερθώ στις διαφορές και τις ομοιότητες της Αριστοτελικής και της Μεσαιωνικής κοσμολογίας και θα προσπαθήσω να εστιάσω στις προσπάθειες τροποποίησης της πρώτης που έλαβαν χώρα κατά τον 13ο και 14ο αιώνα, προκειμένου αυτή να εναρμονιστεί με τις θεολογικές θέσεις.
Θα σκιαγραφήσω το ιστορικό και το θεσμικό πλαίσιο που έφερε τις δύο κοσμοθεωρίες σε αντιπαράθεση και θα επιχειρήσω μια σύγκριση των δύο θέσεων, εξετάζοντας τα σημεία σύγκλισης και τριβής μεταξύ τους.
Στην συνέχεια θα παραθέσω τα γεγονότα σχετικά με αντιπαράθεση και τις καταδίκες που επιβλήθηκαν και αμέσως μετά θα προσπαθήσω να αναλύσω τα ιδεολογικά ρεύματα που επικράτησαν την περίοδο.
Στο τελευταίο μέρος θα κάνω μια ανασκόπηση των νέων προσανατολισμών στην φυσική φιλοσοφία.

2.ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η μεσαιωνική κοσμολογία μέχρι τον 12ο αιώνα αποτελούνταν από ένα μείγμα πλατωνικής φιλοσοφίας και χριστιανικής διδασκαλίας.
Στις αρχές του 13ου αιώνα το σύνολο της διαθέσιμης ελληνικής αλλά και αραβικής γραμματείας, είχε μεταφραστεί στα λατινικά. Ο Gerardo της Cremona μετέφρασε μεταξύ άλλων τα Φυσικά, τα Μετεωρολογικά, το Περί ουρανού και το Περί γενέσεως και φθοράς του Αριστοτέλη, από τα αραβικά. Μέχρι τα μέσα του ίδιου αιώνα τα έργα του Αριστοτέλη και των υπομνηματιστών του, (κυρίως των Αράβων Avicenna και Avempace), αποτέλεσαν τον πυρήνα ενός νέου εκτεταμένου προγράμματος σπουδών στα πανεπιστήμια της Δύσης. «Κανείς σπουδαστής δεν ολοκλήρωνε την πανεπιστημιακή του εκπαίδευση χωρίς να εξοικειωθεί πλήρως με τη φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη» (Lindberg 1997:296).
Παρά την διαδεδομένη αντίληψη για τον σκοταδισμό της εποχής, η δομή των πανεπιστημίων της περιόδου, επέτρεπε στους μεσαιωνικούς λόγιους μια σημαντική ελευθερία στην έκφραση και την σκέψη. Η έλευση αυτής της νέας παιδείας, τους έφερε μπροστά σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοσμικής γνώσης. Πλούσια σε μεταφυσική, μεθοδολογία, λογική και εμπειρικά δεδομένα, ήταν πολύ ικανοποιητική για να την αρνηθούν αλλά ταυτόχρονα περιείχε πολλά σημεία τα οποία έρχονταν σε αντίθεση με το Δόγμα και προκαλούσαν την έντονη επιφύλαξη τους.

3.Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ

3.1 ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΣΥΓΚΛΙΣΗΣ

Ο Αριστοτέλης σε αντίθεση με την εικόνα ενός ομοιογενούς κόσμου που επικρατούσε μέχρι τον 12ο αιώνα, διαχώριζε ποιοτικά την υπερσελήνια και την υποσελήνια περιοχή. Η υπερσελήνια δεν περιείχε τα γνωστά τέσσερα στοιχεία, αλλά ήταν πλήρης ενός πέμπτου, του αιθέρα. Ο αιθέρας ήταν θεϊκό και άφθαρτο στοιχείο, υποκείμενο μόνο σε ένα στοιχείο τοπικής μεταβολής, αυτό της τοπικής κίνησης.
Η χριστιανική θεολογία ήταν εύκολο να υιοθετήσει αυτή τη θέση, μια που οι ουρανοί της Βίβλου ήταν ο χώρος κατοικίας του άφθαρτου θεού και των αγγέλων.

Η τελεολογία του Αριστοτέλη (η μελέτη και εξήγηση πραγμάτων, διαδικασιών και φαινομένων συναρτήσει του σκοπού τους), υποδηλώνει σαφέστατα την ύπαρξη ενός σχεδιαστή Θεού σε πλήρη σύμπνοια με τις θεολογικές θέσεις.

Το γεωκεντρικό σύστημα του Αριστοτέλη, επίσης αποδεκτό από την χριστιανική κοσμοθεωρία, σαν κύριο στοιχείο της Γένεσης.

3.2 ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΡΙΒΗΣ

Η αιωνιότητα ενός κόσμου χωρίς αρχή και τέλος, καθώς και η μοναδικότητα του στον Αριστοτέλη, σε ευθεία αντίθεση με την Θεία δημιουργία.

Οι αιτιοκρατικές διαδικασίες στη φύση, σύμφωνα με μια αναλλοίωτη αλυσίδα που απέκλειε την συνεχή παρέμβαση του Θεού -όπως με τα θαύματα- αλλά και περιόριζε την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης.

Η σχέση ουσίας-συμβεβηκότος, δηλαδή ότι κάθε γεγονός ή ιδιότητα δεν μπορεί να υπάρξει ξεχωριστά από την ουσία του, σε αντίθεση με το δόγμα της Θείας Ευχαριστίας.

Η πεποίθηση ότι η ψυχή χάνεται με το σώμα, αντίθετα με το θεμελιώδες δόγμα της χριστιανικής θρησκείας, την αθανασία της ψυχής.

Η ευθεία άρνηση του Αριστοτέλη να δεχθεί την ύπαρξη κενού έξω από τον κόσμο ήταν η αιτία άλλων δύο αντιθέσεων με τη χριστιανική θεολογία: η ανυπαρξία χώρου ή κενού έξω από τον κόσμο δεν επέτρεπε την ύπαρξη πολλαπλών κόσμων ή την κίνηση του κόσμου σε ευθεία γραμμή, θέτοντας έτσι όρια στην παντοδυναμία του Θεού.

4.ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ

Επίκεντρο της αντιπαράθεσης των δύο κοσμολογιών, υπήρξε ο χώρος των πανεπιστημίων τα οποία είχαν προσαρμόσει ένα νέο εκτεταμένο πρόγραμμα σπουδών, προσαρμοσμένα στις νέες συνθήκες.
Στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, η εισαγωγή της κοσμολογίας του Αριστοτέλη έγινε χωρίς προβλήματα, αλλά στο πανεπιστήμιο του Παρισιού τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ορισμένοι καθηγητές της Σχολής των Τεχνών υιοθέτησαν στη διδασκαλία τους για το σύμπαν, τον πανθεϊσμό του αββεροϊστικού σχολιασμού στον Αριστοτέλη, δημιουργώντας τριβές με τις κατεστημένες αντιλήψεις. Το 1210, μια σύνοδος επισκόπων στο Παρίσι απαγορεύει με διάταγμα την διδασκαλία του συνόλου των έργων του Αριστοτέλη στην συγκεκριμένη σχολή. Το τοπικής ισχύος διάταγμα, ανανεώνεται το 1215 από τον απεσταλμένο του πάπα Robert de Courcon, ενώ ο πάπας Γρηγόριος ο Θ΄ επικυρώνει και ανανεώνει την ισχύ των προηγούμενων διαταγμάτων το 1231.
Ο Γρηγόριος, αναγνωρίζοντας την ωφέλεια και την πληρότητα της αριστοτελικής φυσικής φιλοσοφίας, συστήνει μια επιτροπή που θα το λογοκρίνει, πριν επιτρέψει τη χρήση του. Ο θάνατος του Γρηγόριου το 1241, αίρει την ισχύ των απαγορεύσεων.
Το 1270 ο επίσκοπος του Παρισιού Tempier, καταδικάζει σε απαγόρευση διδασκαλίας 13 προτάσεις που δίδασκε ο Siger και οι ομοϊδεάτες του, ενώ το 1277 ο Tempier επανέρχεται καταδικάζοντας 219 προτάσεις «… μια συντηρητική αντεπίθεση εναντίον των φιλελεύθερων και ριζοσπαστικών προσπαθειών επέκτασης της δικαιοδοσίας και εξασφάλισης της αυτονομίας της φιλοσοφίας και ιδιαίτερα της αριστοτελικής φιλοσοφίας.» (Lindberg 1997:334) (συμπεριλαμβάνοντας όλες τις αριστοτελικές αντικρουόμενες κοσμολογικές θέσεις), αποφασίζοντας ότι ο Θεός μπορεί να κάνει ότι θέλει και δεν επηρεάζεται από τις απόψεις του Αριστοτέλη.
Η διδασκαλία αυτών των προτάσεων τιμωρούνταν με αυτόματο αφορισμό.

5.ΤΑ ΚΥΡΙΑΡΧΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ

Ας δούμε όμως ποιες ιδεολογικές τάσεις συγκρότησαν οι θεολόγοι του 13ου αιώνα στο θεσμικό πλαίσιο των πανεπιστημίων. «Οι 219 καταδικασμένες προτάσεις προέκυψαν τελικά ως αποτέλεσμα των διακριτών ιδεολογικών ρευμάτων στο Παρίσι: του Αλβέρτου και του Θωμά Ακινάτη, που προσπάθησαν να εναρμονίσουν πίστη και λόγο· των ριζοσπαστών αριστοτελικών και των νεοαυγουστιανών, οι οποίοι και τελικά επέβαλλαν τις καταδίκες.» (Ασημακόπουλος-Τσιαντούλας 2008:116).

5.1 ΟΙ ΝΕΟΑΥΓΟΥΣΤΙΑΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ

Μια ομάδα θεολόγων, συμφωνούσε με τον Αυγουστίνο, ότι υπάρχει, «…ρόλος για το λογικό στη γνωστική διαδικασία, στο πλαίσιο όμως της κυριαρχίας της θεϊκής δράσης.» (Ασιμακόπουλος-Τσιαντούλας 2008:42), προσδίδοντας στην επιστήμη ρόλο υποδεέστερο και συμπληρωματικό της πίστης.
Ο Grossetest, εμβριθής λόγιος και πρώτος πρύτανης του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, έκανε μια πρώτη προσπάθεια εξομάλυνσης των σημείων τριβής, συνδυάζοντας στην κοσμογονία του (που κινείται σε αριστοτελικό πλαίσιο),νεοπλατωνικές και βιβλικές αντιλήψεις.
Θαυμαστής και συνεχιστής του, υπήρξε ο Bacon, δάσκαλος των τεχνών στο Παρίσι και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που, προσπάθησε να προσαρμόσει την άποψη του Αυγουστίνου περί του υπηρετικού χαρακτήρα της επιστήμης, στα νέα δεδομένα. Υπερασπίστηκε γενικά τη νέα γνώση και θεωρούσε ότι αφού η φιλοσοφία ήταν θείο δώρο, τότε δεν μπορεί να συγκρούεται με την πίστη. Οι συγκρούσεις κατά τον Bacon οφείλονται σε λανθασμένες μεταφράσεις και αδαείς ερμηνείες.
Ο Φραγκισκανός Bonaventura (όπως και η πλειοψηφία του τάγματος του),δεν ήταν το ίδιο αισιόδοξος και ενώ συμφωνούσε πλήρως με τον Bacon σχετικά με τον ρόλο της επιστήμης σαν θεραπαινίδα, δεν έκανε το ίδιο για την χρησιμότητα της . Πίστευε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να συλλάβει την αλήθεια χωρίς τη Θεία Φώτιση.
Ο Bonaventura έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ένταση που οδήγησε στις καταδίκες του 1277, καταγγέλλοντας τις αριστοτελικές αντιλήψεις των δασκάλων των ελευθέριων τεχνών.
Οι θέσεις των νεοαυγουστιανών χαρακτηρίζουν τις τάσεις που επικράτησαν το πρώτο μισό του 13ου αιώνα: «αυξανόμενη γνώση της αριστοτελικής φιλοσοφίας, ανάμεικτο θαυμασμό και καχυποψία ως προς το περιεχόμενο της και τάση ερμηνείας του αριστοτελικού κειμένου στη βάση των θέσεων του Αυγουστίνου και της πλατωνικής παράδοσης γενικότερα» (Lindberg 1997:320).

5.2 Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΣΜΟΣ

Οι Δομινικανοί Αλβέρτος ο Μέγας και Θωμάς ο Ακινάτης, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας λιγότερο καχύποπτης στάσης απέναντι στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη.
Ο Αλβέρτος ο Μέγας, ήταν γερμανός λόγιος που κατείχε μια από τις δύο δομινικανές έδρες στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού και θεωρείται ο πιο ευρύς μελετητής του Αριστοτέλη. Χωρίς να έχει αμιγώς αριστοτελικές θέσεις, συνειδητοποίησε την εξηγητική ισχύ της αριστοτελικής φιλοσοφίας και προσπάθησε να την ερμηνεύσει συνολικά και να την κάνει πιο προσιτή, μέσα από ένα πλήθος υπομνήσεων και παραφράσεων. Το εξ αποκαλύψεως δόγμα ήταν για τον Αλβέρτο ή τελική απάντηση στα σημεία που η φιλοσοφία ερχόταν σε αντίθεση με την πίστη.
Ο Αλβέρτος διατύπωσε επίσης την πολύ σημαντική άποψη ότι ο Θεός ενεργεί μέσω της φυσικής αιτιότητας, συνεπώς το καθήκον του φιλοσόφου είναι να διερευνήσει όχι την θεϊκή βούληση αλλά τα φυσικά αίτια μέσω των οποίων αυτή ενεργεί.
Παρά τον όγκο του έργου του Αλβέρτου, η επίδραση του είναι μικρότερη από αυτή του μαθητή του Θωμά του Ακινάτη.
Ο Θωμάς, διδάκτορας της θεολογίας στο Παρίσι, πίστευε κι εκείνος ότι το πρόβλημα πίστης και λόγου μπορούσε να λυθεί με τον «…καθορισμό της ορθής σχέσης μεταξύ της εθνικής παιδείας και της χριστιανικής φιλοσοφίας.» (Lindberg 1997:325).
Ο Θωμάς δεν εξίσωσε την θεολογία με την φιλοσοφία. Η θεολογία ήταν ανώτερη, αλλά μπορούσε να ωφεληθεί από τις πολύτιμες υπηρεσίες της φιλοσοφίας.
Διαχωρίζοντας τις αρμοδιότητες των δύο επιστημών, ο Θωμάς προσπάθησε να ξεπεράσει την θέση του Αυγουστίνου. Όπου υπήρχε σύγκρουση μεταξύ φιλοσοφίας και θεολογίας, τη θεωρούσε «…φαινομενική και όχι πραγματική-το αποτέλεσμα ανεπαρκούς φιλοσοφίας ή ανεπαρκούς θεολογίας» (Lindberg 1997:327).

5.3 Ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΣΜΟΣ

Μια ομάδα καθηγητών των τεχνών με ηγέτη τον οξύθυμο νεαρό Siger της Brabant, αντιμετώπιζε τη φιλοσοφία ανεξάρτητα από την θεολογική διδασκαλία.
Ο Siger θεωρούσε ότι τα φιλοσοφικά συμπεράσματα στα οποία έφτανε, ήταν ανεξάρτητα από τα συμπεράσματα της πίστης όταν αυτή εξασκούνταν με τον σωστό τρόπο. Χρησιμοποίησε καθαρά αριστοτελική μεθοδολογία για να αποδείξει την αιωνιότητα του κόσμου, κάτι που εξόργισε τους νεοαυγουστιανούς.
Ο σύγχρονος του, Boethius της Daccia, ακολουθούσε μια διφορούμενη στάση. Όπως ο Siger, δεχόταν την έσχατη αυθεντία της θεολογίας, αλλά στην αναζήτηση της αλήθειας χρησιμοποιούσε μόνο λογικά επιχειρήματα.
Δεχόταν ότι, ακόμα και ο ίδιος άνθρωπος μπορεί σαν θεολόγος να δέχεται την Δημιουργία και σαν φιλόσοφος να την απορρίπτει.
Αν και συμβιβαστικός ως προς τις συγκρούσεις των φιλοσοφικών του στοχασμών που ερχόταν σε αντίθεση με το Δόγμα, θεωρήθηκε απειλή από τις θρησκευτικές αρχές και μαζί με τον Siger, πυροδότησαν την ένταση που οδήγησε στις καταδίκες.

6.ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

Στο τέλος του 13ου αιώνα, τα επιστημονικά και φιλοσοφικά συγγράμματα του Αριστοτέλη, αντιμετωπίζονταν με έχθρα και καχυποψία από τους θεολόγους «Πράγματι, στο τελευταίο μέρος του αιώνα αυτού, η θεολογική αντίδραση προς τον Αριστοτέλη και τους ένθερμους οπαδούς του είχε συνέπειες που επηρέασαν βαθιά την πορεία της μεσαιωνικής φιλοσοφίας, αλλά μάλλον και τον χαρακτήρα και την ουσία της επιστημονικής συζήτησης…» (Grand 2004:37).
Στις αρχές του 14ου αιώνα, αναπτύχθηκε μια σκεπτικιστική τάση, αμφισβήτησης της ικανότητας της φιλοσοφίας να αντιμετωπίζει τα θεολογικά ζητήματα. Η νέα τάση με εκφραστές όπως ο Ockham και ο Duns Scotus, απέδωσαν σ’ έναν παντοδύναμο θεό την δυνατότητα να παράγει συμβεβηκότα χωρίς την ανάγκη της ουσίας, ή να παράγει μορφή ανεξάρτητη από την ύλη και το αντίστροφο. «Η παρατηρούμενη αιτιακή τάξη δεν είναι αναγκαία, αλλά ελεύθερο αποτέλεσμα της θείας βούλησης.» (Lindberg 1997:340).
Η κοσμολογία του Αριστοτέλη, έχανε συνεχώς έδαφος, ενώ «Κατά τον 14ο αιώνα, το πτολεμαϊκό σύστημα ήταν αποδεκτό χωρίς αμφισβήτηση.» (Duhem 2007:88).
Την ίδια περίοδο οι Bradwardine και Oresme, διατύπωσαν την πεποίθηση ότι ο Θεός είχε πράγματι δημιουργήσει κενό χώρο εκτός κόσμου και έστρεψαν εξέχοντες δασκάλους όπως ο Buridan, να «…ασκήσουν ουσιαστική κριτική σε μια βασική αριστοτελική θέση…» (Ασημακόπουλος-Τσιαντούλας 2008:149).

7.ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όπως είδαμε, η αριστοτελική κοσμολογία αναγκάστηκε να υποχωρήσει μετά την σύγκρουση της με το θεολογικό κατεστημένο. Ανέκαμψε αργότερα αλλά το σπέρμα της αμφιβολίας για τις διδαχές του «Φιλοσόφου», είχε ήδη ριζώσει. Κατά πολλούς, η συντηρητική αντεπίθεση και ο κλυδωνισμός της αυθεντίας του Αριστοτέλη υπήρξαν το έναυσμα για την γέννηση της νεότερης επιστήμης «… με μια βαθύτερη έννοια, ο Buridan και οι σύγχρονοι του είναι πρόδρομοι της μεγάλης κοσμολογικής μεταρρύθμισης του 16ου και 17ου αιώνα.» (Crombie 2006:80).

8.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ασημακόπουλος Μ., Τσιαντούλας Α., Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη (Τόμος Α΄), ΕΑΠ, Πάτρα 2008.
2. Lindberg D., Οι Απαρχές της Δυτικής Επιστήμης (μτφρ. Η. Μαρκολέφας), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, Αθήνα 1997.
3. Grand E., Οι Φυσικές Επιστήμες στον Μεσαίωνα (μτφρ. Ζ. Σαρίκας), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2004.
4. Crombie, A.C., Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο, (Τόμος Β΄), Η επιστήμη τον Ύστερο Μεσαίωνα και στις Αρχές των Νέων Χρόνων (μτφρ. Μ. Ιατρίδου, Δ. Κούρτοβικ), ΜΙΕΤ, Αθήνα 2006.
5. Duhem P., Σώζειν τα Φαινόμενα (εισαγωγή-μετάφραση-επιμέλεια, Δ. Διαλέτης και Γ. Χριστιανίδης), Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2007.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. poli kali. Bravo


  2. Poli Kali!!!!!!!!!



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: