Αρχείο για την κατηγορία ‘Ιστορία’

h1

Μεταθανάτια φωτογράφηση

Μαρτίου 25, 2010


Η έλευση της δαγκεροτυπίας το 1834, έκανε την προσωπογραφία πιο προσιτή στα λαϊκά στρώματα. Όσοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν ένα ζωγράφο για μια προσωπογραφία, μπορούσαν εύκολα να εξοικονομήσουν τα χρήματα για να καλύψουν το κόστος μιας δαγκεροτυπίας.
Αυτή η φτηνή και ταχύτερη μέθοδος, έδωσε στην μεσαία τάξη ένα μέσο για την αποτύπωση νεκρών αγαπημένων προσώπων.
Οι φωτογραφίες αυτού του είδους χρησιμοποιούνταν και σαν μέσο υπενθύμισης της θνητότητας του ατόμου, αλλά και σαν ενθύμιο των νεκρών της οικογένειας, ιδιαίτερα των βρεφών και των μικρών παιδιών.

Η μεταθανάτια φωτογράφηση, αποτέλεσε διαδεδομένη πρακτική, ειδικά στην βικτωριανή εποχή που η παιδική θνησιμότητα ήταν πολύ μεγάλη. Τις περισσότερες φορές αυτές οι φωτογραφίες αποτελούσαν και τη μοναδική απεικόνιση του οικείου προσώπου.
Η εξέλιξη της εφεύρεσης, επέτρεπε την ανατύπωση από ένα και μόνο αρνητικό, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να αποστέλλονται αντίγραφα και στους συγγενείς.

Η πρώιμες μεταθανάτιες φωτογραφήσεις, παρουσιάζουν κοντινά πλάνα στο πρόσωπο, η ακόμα και όλου του σώματος και σπάνια δείχνουν το φέρετρο. Το υποκείμενο απεικονίζεται σαν σε βαθύ ύπνο ή ακόμα και σε στάση που τον δείχνει ζωντανό.

Τα παιδιά τοποθετούνται σε ένα καναπέ ή μια κούνια, σαν να ξεκουράζονται, συχνά μαζί με ένα παιχνίδι ή άλλο αγαπημένο αντικείμενο. Όχι σπάνια ποζάρει μαζί κι άλλο μέρος της οικογένειας, συνήθως η μητέρα.


Οι ενήλικες απαθανατίζονται συχνότερα καθισμένοι σε καρέκλα ή ακόμη κι όρθιοι, με τη χρήση ειδικών πλαισίων στήριξης, ενώ συχνά τους ανοίγουν τα μάτια (η ζωγραφίζουν τις κόρες πάνω στα κλειστά βλέφαρα) για ένα πιο «ζωντανό» αποτέλεσμα.

Αργότερα παραδείγματα, στρέφονται σε μια λιγότερο ζωντανή εμφάνιση των αποθανόντων, συχνά παρουσιάζοντας το πτώμα μέσα στο φέρετρο, ενώ αργότερα απαθανατίζουν όλους τους παρευρισκόμενους στη κηδεία με το φέρετρο στη μέση.

πηγές: http://en.wikipedia.org/wiki/Post-mortem_photography

http://brightbytes.com/collection/memento.html

http://scienceblogs.com/insolence/2008/01/victorian_postmortem_photography.php

http://cogitz.com/2009/08/28/memento-mori-victorian-death-photos/

h1

Τα παιδιά από τη Βραζιλία-Νεκροταφείο των ναζί στα βάθη του Αμαζόνιου.

Δεκεμβρίου 11, 2009

Ένα παράξενο νεκροταφείο ναζί που είχαν ταχθεί στην δημιουργία μιας μακρινής πατρίδας απ’ όπου θα εξαπλώνονταν οι μανιακές πεποιθήσεις του Χίτλερ, ανακαλύφθηκε σε δάσος του Αμαζονίου.
Τα ευρήματα προδίδουν την εφαρμογή ενός παράξενου σχεδίου της δεκαετίας του ’30, για την εγκατάσταση μιας άρχουσας φυλής χιλιάδες μίλια μακριά από τη Γερμανία.
Το νεκροταφείο και άλλα υπολείμματα που άφησαν οι φανατικοί ναζί, αναλύονται σ’ ένα νέο βιβλίο με τίτλο «The Guayana Project- μια Γερμανική περιπέτεια στον Αμαζόνιο». Οι αδιάλλακτοι ναζί, πίστευαν ότι ήταν καθήκον τους να εποικίσουν τον κόσμο σαν τους πρωτοπόρους της άγριας δύσης στην Αμερική.


Ιθαγενείς του Αμαζονίου δίπλα σε έναν τάφο ναζί στην Βραζιλία. Ο διακοσμημένος με σβάστικες ξύλινος σταυρός γράφει: Joseph Greiner, θάφτηκε εδώ στις 2/1/1936.

Είναι γνωστό ότι μετά τον πόλεμο πολλοί ναζί περιπλανήθηκαν σε απομακρυσμένες περιοχές της Νότιας Αμερικής, καλυπτόμενοι από φασιστικές κυβερνήσεις και στρατιωτικές δικτατορίες.
Η εξαιρετική ταινία του 1978, «τα παιδιά από τη Βραζιλία», εξιστορούσε ένα περίεργο σχέδιο κλωνοποίησης του Χίτλερ το οποίο είχε αναλάβει να φέρει σε πέρας ο Μένγκελε στο καταφύγιο του στη ζούγκλα. Ο προορισμός φάνταζε σχεδόν εξωπραγματικός.
Αλλά η τραχύτητα της αμαζόνειας ζούγκλας ήταν μια παράξενη επιλογή προορισμού.
Τα ιστορικά ναζιστικά «αποτυπώματα», βρίσκονται στα νεκροταφεία με τους αγκυλωτούς σταυρούς, τις φωτογραφίες στα γερμανικά αρχεία, καθώς και στα υπολείμματα των εγκαταστάσεων.
Σε ένα νησί ενός παραπόταμου του ποταμού Jary στη Βραζιλία, ο συγγραφέας Jens Gluessing βρήκε έναν ξύλινο σταυρό ύψους τριών μέτρων διακοσμημένο με αγκυλωτούς σταυρούς που πιστοποιούσε ότι τουλάχιστον ένας από τους εξερευνητές δεν γύρισε ποτέ πίσω στο Βερολίνο.

Φέρει την επιγραφή: «Joseph Greiner πέθανε εδώ στις 2.1.1936, ένας θάνατος από τον πυρετό στην υπηρεσία της γερμανικής ερευνητικής εργασίας.»

ΟΙ ντόπιοι αποκαλούν την περιοχή «ναζιστικό νεκροταφείο», και αρχικά προορίζονταν να είναι μέρος μιας σειράς των ναζιστικών εγκαταστάσεων πέρα από το Αμαζόνιο
Ποιοι ήταν όμως οι ιεραπόστολοι του Hitler που θα διέδιδαν το Ευαγγέλιο του ολοκληρωτισμού;
Στα αρχεία του υπουργείου εξωτερικών της Βραζιλίας, καθώς και στο Εθνικό Μουσείο του Ρίο ντε Τζανέιρο, ο Gluessing βρήκε τις λεπτομέρειες της αποστολής του Greiner.
Ο Greiner έφθασε το 1935, σταλμένος από τη ναζιστική κυβέρνηση και πέθανε από κίτρινο πυρετό ή ελονοσία. Ήταν ένας από τρείς αξιωματικούς που στάλθηκαν σαν εμπροσθοφυλακή αυτού που πίστευαν ότι θα ήταν ένα κύμα αποίκων.


Ο Gregory Peck ως ο Δρ Joseph Mengele στην ταινία του 1978 «Τα παιδιά από τη Βραζιλία».

Ο Greiner και οι συμπατριώτες του, προσέλαβαν ντόπιους για να εξερευνήσουν την περιοχή που οριοθετεί τη γαλλική Γουιάνα με σκοπό την εποίκηση της για το Ράιχ. Είχαν επίσης βλέψεις στις γειτονικές βρετανικές και ολλανδικές αποικίες.
Έστειλαν στο Βερολίνο τις λεπτομέρειες για το πώς οι γερμανικοί στρατιώτες θα μπορούσαν να ζήσουν στη Βραζιλία, ακόμα κι αν το σχετικό ρεπορτάζ τους κάνει λόγο μόνο για τη συλλογή δειγμάτων της πανίδας και της άγριας φύσης.

Ο Schulz Kampfhenkel, ανώτερος αξιωματικός των S.S. και ηγέτης της αποστολής που κόστισε τη ζωή του Greiner, επιστρέφοντας από τη ζούγκλα, έγραψε στην αναφορά του προς τον Himmler:
«Δύο είναι οι λιγότερο εποικημένες, αλλά οι πλούσιες σε φυσικούς πόρους, περιοχές στη γη. Η Σιβηρία και η Νότια Αμερική. Αυτές μόνο είναι ικανές να προσφέρουν μόνο ικανές δυνατότητες μετανάστευσης και τακτοποίησης για τους σκανδιναβικούς λαούς.
Δεδομένου ότι η Σιβηρία μπορούσε αν πάσα στιγμή στην γειτονική Κίνα, σύστησε την Αμαζονία για «την εξάπλωση του ζωτικού χώρου.»
Προσθέτοντας χαρακτηριστικά: «Γιατί μια πιο προηγμένη άσπρη φυλή μπορεί να προσφέρει σημαντικές δυνατότητες για την εκμετάλλευση της περιοχής.»

Μια ταινία παρήχθη παρουσιάζοντας την εργασία του Greiner στη ζούγκλα στη δεκαετία του ’30.
Με ένα εκατομμύριο γερμανούς αποίκους ήδη εγκατεστημένους στη Βραζιλία, υποστήριξε ότι το ο σπόρος είχε ήδη ριχτεί για την επέκταση του Τρίτου Ράιχ και ότι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ένα «προγεφύρωμα» ενάντια στην αμερικανική επιρροή στην περιοχή.
Ο συγγραφέας βρήκε όμως στοιχεία, που δείχνουν ότι ο Himmler είχε «πενιχρό ενδιαφέρον» για τα μεγαλοπρεπή σχέδια του Kampfhenkel και θεώρησε ότι η χρονική στιγμή δεν ήταν η κατάλληλη για τέτοιου μεγέθους σχέδια.

Η εμπειρία του που απέκτησε ο Kampfhenkel από την αποστολή, τέθηκε σε χρήση από τη ναζιστική πολεμική μηχανή: έγινε κύριος εμπειρογνώμονας της ναζιστικής Γερμανίας στην εναέρια ερμηνεία φωτο-αναγνώρισης.
Μετά τον πόλεμο οι Αμερικανοί τον συνέλαβαν και κρατήθηκε για λίγο σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στο Σάλτζμπουργκ. Πέθανε το 1989, χωρίς να σταματήσει να ονειρεύεται μια γερμανική αποικία μέσα στα τροπικά δάση.

πηγή:http://pimpinturtle.com/2008/11/02/the-first-boys-from-brazil-nazi-graveyard-discovered-deep-in-the-amazon-rainforest.aspx

h1

Το ναυάγιο της Φαλκονέρας

Δεκεμβρίου 8, 2009

7 Δεκεμβρίου 1966, ώρα 7 μ.μ., λιμάνι Σούδας Χανίων.
Το επιβατηγό/οχηματαγωγό πλοίο «Ηράκλειον» με προορισμό τον Πειραιά, είναι έτοιμο να αναχωρήσει κι ενώ οι καιρικές συνθήκες είναι πολύ άσχημες.
(Το «Ηράκλειον» ναυπηγήθηκε το 1949 στη Γλασκόβη της Σκοτίας για λογαριασμό αγγλικής εταιρείας ως δεξαμενόπλοιο. Κύρια χαρακτηριστικά του ήταν χωρητικότητα: 8.922 κόροι, μήκος 498 πόδια, πλάτος 60 πόδια, και βύθισμα 36 πόδια, έφερε μηχανή ατμοστροβίλων που του έδινε ταχύτητα 17 κόμβους.
Το 1964 μετά από μετασκευή σε φέρι-μποτ, περιήλθε στην εταιρεία των Αδελφών Τυπάλδου που υψώνοντας την Ελληνική σημαία νηολογήθηκε στον Πειραιά με αριθμό ν.π. 2562 και το επόμενο έτος 1965 δρομολογήθηκε στις ακτοπλοϊκές γραμμές Πειραιά – Κρήτης.)

Ωστόσο σημειώνεται μια καθυστέρηση περίπου 20 λεπτών, εξαιτίας σύσκεψης η οποία πραγματοποιήθηκε στο Λιμεναρχείο Χανίων. Αφορμή στάθηκε η καθυστέρηση της άφιξης στο λιμάνι τού «μοιραίου» φορτηγού ψυγείου, βάρους 25 τόνων, το οποίο μετέφερε εσπεριδοειδή (πορτοκάλια). Αιτία ήταν η ολισθηρότητα του δρόμου, ως αποτέλεσμα των δυσμενών καιρικών συνθηκών.

Ο τότε λιμενάρχης Χανίων είχε εκφράσει αντιρρήσεις για την είσοδο του φορτηγού στο πλοίο, επειδή το βάρος θα αυξανόταν. Η συνεννόηση μεταξύ υπηρεσιακών παραγόντων είχε ως αποτέλεσμα οι αντιρρήσεις να αρθούν και έτσι και δόθηκε άδεια απόπλου περίπου στις 7:20 το βράδυ. Στις 8 το βράδυ, και λίγα λεπτά μετά τον απόπλου, φτάνει στο Λιμεναρχείο Χανίων σήμα το οποίο προειδοποιεί για ισχυρούς ανέμους εντάσεως 8 έως 9 Μποφόρ και απαγορεύει τον απόπλου.


Το σημείου του ναυαγίου στην Φαλκονέρα.
Αφού απέπλευσε και ενώ αυτό έπλεε στην θαλάσσια περιοχή της Φαλκονέρας στο Μυρτώο Πέλαγος (κοντά στην νήσο Μήλο), μέσα σε υψηλό κυματισμό με συνεχείς διατοιχισμούς (πλευρικές ταλαντώσεις), το «Ηράκλειο» αρχίζει και κλυδωνίζεται επικίνδυνα. Το φορτηγό ψυγείο προσκρούει με δύναμη στα πλαϊνά του πλοίου, καθώς έχει τοποθετηθεί εγκάρσια στο γκαράζ και χωρίς (όπως κατέθεσαν εκ των υστέρων και μέλη του πληρώματος) να έχουν ληφθεί όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για την ασφαλή πρόσδεσή του, είτε λόγω βιασύνης απόπλου μετά τη καθυστέρηση, είτε γιατί η έχμασή του ήταν χαλαρή. Το φορτηγό άρχισε να κινείται και να προσκρούει στους πλευρικούς καταπέλτες εκ των οποίων ο ένας, είτε γιατί δεν είχε ασφαλισθεί με τους πείρους (ή πεταλούδες) είτε γιατί αυτό είχε γίνει πλημμελώς, πιθανώς για τους ίδιους παραπάνω λόγους, άνοιξε. Από τον πλευρικό καταπέλτη που υποχώρησε, το φορτηγό ψυγείο έπεσε στη θάλασσα η οποία και κατέκλυσε στη συνέχεια όλο τον χώρο των οχημάτων. Μετά την έξοδο του φορτηγού ψυγείου στην θάλασσα, το πλοίο ήλθε πάλι στην θέση του και αιωρείτο στην επιφάνεια της θάλασσας, χωρίς μηχανές, με μόνο τις ηλεκτρογεννήτριες ασφαλείας σε ενεργεία για περίπου 15-20 λεπτά και κατόπιν λόγω της μεγάλης πλέον ελεύθερης επιφάνειας υδάτων που είχαν κατακλίσει το γκαράζ, το πλοίο άρχισε να παίρνει πολύ μεγάλες κλίσεις.

Στις 02.06 το πρωί της 8ης Δεκεμβρίου 1966, ημέρα Πέμπτη, ο συγκλονιστικός συνδυασμός του μορσικού αλφαβήτου: τρεις τελείες – τρεις παύλες – τρεις τελείες, δηλαδή SOS, διέγειρε τις ραδιοτηλεγραφικές συχνότητες της Μεσογείου: «SOS, από Ηράκλειον, στίγμα μας 36° 52′ B., 24° 08 A., Βυθιζόμεθα».
Δύο φορές επαναλήφθηκε το σήμα κινδύνου που έφτασε στον παράκτιο σταθμό της Βάρης και ακολούθησε ….σιγή. Το «Ηράκλειον» βάζει «πλώρη» για τον βυθό, σε βάθος το οποίο υπολογίζεται στα 585 με 800 μέτρα. Το πλοίο βυθίστηκε πρώτα με την πλώρη (κατά μαρτυρία ναυαγού).
Δεκάδες άνθρωποι βρέθηκαν στη θάλασσα παλεύοντας για να κρατηθούν στη ζωή. Πολύ περισσότεροι εγκλωβίστηκαν μέσα στις καμπίνες και πέθαναν αβοήθητοι.
Από τους 73 ναυτικούς (πλήρωμα) του πλοίου και τους 191 επιβάτες σώθηκαν μόνο 46, (16 από το πλήρωμα και 30 επιβάτες), εκείνη την νύχτα σε 10 μόλις λεπτά χάθηκαν 217 ψυχές. Πλοίαρχος του μοιραίου αυτού πλοίου ήταν ο Εμμανουήλ Βερνίκος, ο οποίος αν και ηταν ο πρώτος που έπεσε στην θάλασσα φέροντας σωσίβιο, όπως είπαν οι διασωθέντες αξιωματικοί, ποτέ δεν βρέθηκε ο ίδιος ή το πτώμα του.

Το υποτυπώδες τότε τμήμα επικοινωνιών του Υπουργείου Ναυτιλίας εις μάτην προσπαθούσε αναζήτηση πλοίων στη γύρω περιοχή του ναυαγίου, τα Λιμεναρχεία, Πειραιώς, Σύρου και Κρήτης ανέφεραν αδυναμία αποστολής μέσων για παροχή βοήθειας αφού ούτε και ρυμουλκά για τέτοιες ανάγκες υπήρχαν. Δυστυχώς ούτε το Ε/Γ-Ο/Γ «ΜΙΝΩΣ», που έπλεε 15 μίλια βορειότερα «άκουσε» το σήμα κινδύνου. Μια ακόμη τραγική πτυχή… Το πλοίο «Φαιστός», που είχε αποπλεύσει από τη Σούδα τα μεσάνυχτα ακολουθώντας την ίδια ρότα, δεν έλαβε ποτέ το σήμα κινδύνου. Ο ασύρματος ήταν χαλασμένος.
Στις 02.30 ενημερώνεται ο τότε Αρχηγός του Λιμενικού Σώματος για το τραγικό συμβάν και βεβαίως με όλες τις δυσχέρειες που το συνόδευαν. Ακολούθως ενημερώνεται ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας και εκείνος με την σειρά του ενημερώνει τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης.
Το τότε Αρχηγείο Ναυτικού (Πλατεία Κλαυθμώνος) αναφέρει ότι πολεμικό πλοίο που βρίσκεται στην Σύρο με σβηστές μηχανές θα χρειασθεί τουλάχιστον 3-4 ώρες για απόπλου συν εκείνες τις ώρες για να φθάσει στο τόπο του ναυαγίου. Οι ώρες περνούν και η αγωνία αρχίζει να κορυφώνεται, κάποια πλοία που έλαβαν το σήμα δηλώνουν αλλαγή πορείας τους προς το στίγμα του Ηράκλειον, απέχουν όμως πολύ, κάποια ανατολικά των Κυκλάδων, άλλο δυτικά της Καλαμάτας, και δύο αγγλικά πολεμικά ΒΑ της Κρήτης.
Στις 04.30 εμπλεκόμενοι Αρχηγοί και Υπουργοί βρίσκονται στις Υπηρεσίες για άμεση ενημέρωση ενώ δίδεται εντολή απόπλου στο Α/Γ «ΣΥΡΟΣ» του τότε Β.Ν. Γύρω στις 05.30 αποφασίζεται η γνωστοποίηση του συμβάντος στον τότε Πρωθυπουργό, με όλες τις εξελίξεις και τις επιμέρους αδυναμίες. Μετά από κάποιες ενημερώσεις για τον μεγάλο χρόνο προσέγγισης των πλοίων που είδη προστρέχουν, γύρω στις 06.00-06.30 ο τελευταίος ενημερώνει τον Βασιλέα Κωνσταντίνο στο Τατόι. Τότε ενημερώνεται και το Αρχηγείο Αεροπορίας.
Στις 07.20 μια Ντακότα απογειώνεται από τo πολεμικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας και λίγα λεπτά μετά την ακολουθούν άλλες δύο.

Στις 09.45-10.00 η πρώτη Ντακότα φθάνει κοντά στο στίγμα όπου και εντοπίζει το φορτηγό ψυγείο να επιπλέει, συνάμα στον ορίζοντα φαινόταν καθαρά το Αγγλικό Ν/Κ «ASHTON» που έσπευδε ολοταχώς. Τότε η Ντακότα άρχισε τους «κύκλους έρευνας – διάσωσης» σε συνεχώς μικρότερο ύψος όταν ακούσθηκε ο πιλότος της δεύτερης Ντακότας σχεδόν να προστάζει: Μεγαλειότατε η πτήση σας είναι επικίνδυνη, πάρτε γρήγορα ύψος! Ο Κυβερνήτης του «ASHTON» αντιλαμβανόμενος περί τίνος πρόκειτο ακούγεται να δηλώνει: -«Μεγαλειότατε η «ASHTON» στις διαταγές Σας». Και η απάντηση –«Ευχαριστώ, ακολούθα με….» και άρχισαν οι ρίψεις καπνογόνων και σωσιβίων, όπου, από αέρος, εντοπίζονταν ναυαγοί.

Τα πλοία που προσέτρεξαν τότε στο ναυάγιο ήταν το Ε/Γ-Ο/Γ «ΜΙΝΩΣ» της εταιρείας Ευθυμιάδη, που ακολουθούσε το «Ηράκλειον», είχε αποπλεύσει από τον λιμένα Ηρακλείου, μετά τον απόπλου του «Ηράκλειον» απο τα Σούδα Χανίων Κρήτης. Επισης το «Χανιά», πλοίο της ίδιας εταιρείας του «Ηράκλειον», το Φιλανδικό «NULA», το Δ/Ξ «ALDEBARAN» (Ελληνικό), το ρωσικό Φ/Γ «ΟΥΡΙΣΚ», το Πολωνικό Φ/Γ «VAKO», το Αγγλικό ναρκαλιευτικό «ASHTON», το Αγγλικό Α/Τ «LEVERTOG», και το Ελληνικό Α/Γ «ΣΥΡΟΣ» του Β.Ν.

Το πρώτο πλοίο που έφτασε στο σημείο του ναυαγίου ήταν το «ΜΙΝΩΣ». Στις 10:30 αντίκρισε το μοιραίο φορτηγό-ψυγείο να επιπλέει στη θάλασσα. Στις 11 περισυνέλεξε τον πρώτο ναυαγό, 12 μίλια βόρεια της Αντιμήλου.

Από τα θύματα, μόλις 25 σωροί περισυλλέχτηκαν για να κηδευτούν. Οι 47 διασωθέντες μεταφέρθηκαν σε νοσοκομεία του Πειραιά και της Αθήνας, όπου έφτασε ο Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου… για να αντικρίσει τα παγωμένα πρόσωπα των ναυαγών που θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη του: «Τα πρόσωπά τους ήταν τόσο άγρια από την όλη προσπάθεια, που δεν είχαν συνέλθει ακόμα. Αυτοί πάντως σώθηκαν. Οι άλλοι χάθηκαν για πάντα…».

Στις 12.00 το τραγικό συμβάν έχει μαθευτεί σχεδόν σ΄ όλον τον Πειραιά, πρώτοι οι συγγενείς που περίμεναν το πρωί το πλοίο έχουν συγκεντρωθεί μπροστά στο κτίριο των Τυπάλδων στην ακτή Τζελέπη (το γνωστό κτίριο από τα κινηματογραφικά έργα) και προσπαθούν να μάθουν γιατί αυτή η καθυστέρηση, δεν θέλουν να πιστέψουν τίποτε άλλο. Άλλοι που μόλις έκαναν τα ψώνια τους στη τότε Δημοτική αγορά (δίπλα στο λιμάνι) προστίθονταν με τους περαστικούς σε μικρές ομάδες γύρω απ΄ τον λιμένα.

Στις 17.00 οι σειρήνες 10-12 ασθενοφόρων από την Αθήνα, μέσω της οδού Πειραιώς κατέρχονται τις οδούς Γούναρη και Εθνικής Αντιστάσεως προσθέτοντας άλλη μια νότα στις τραγικές εκείνες στιγμές της αναμονής του πρώτου καταφθάνοντος πλοίου με ναυαγούς, ενώ άλλα 7-8 ασθενοφόρα από την Τερψιθέα (Πειραιά), που ήταν ο σταθμός Πρώτων Βοηθειών του Πειραιά, κινούνται προς τον Άγιο Νικόλαο, όπου εκεί θα προσέγγιζε τελικά το πλοίο.

Η κυκλοφορία μπροστά στο Τελωνείο Πειραιά και γύρω από την εκκλησία του Αγ. Νικολάου είχε διακοπεί, όχι από την Τροχαία, αλλά από τον κόσμο που με βουρκωμένα μάτια και ένα συγκρατημένο κλαυθμό περίμεναν…. Κάποια στιγμή εμφανίσθηκαν πέντε νεκροφόρες και ο κλαυθμός ξέσπασε….
Ώρα 19.00 έχει πια νυχτώσει και το Ν|Κ «ASHTON» εισήλθε αργά αργά στο λιμένα του Πειραιά που μετέφερε 2 διασωθέντες ναύτες, τον Αντώνιο Καμπούρη και Δημήτριο Οικονόμου απο την Σητεία Κρήτης, καθώς και νεκρούς.

Τρεις σειρές κιγκλιδωμάτων στάθηκαν αδύνατον να συγκρατήσουν το γογγυτό όλου εκείνου του πλήθους που δεν γνώριζε τίποτα για τα προσφιλή τους πρόσωπα, αφού δεν είχε γίνει καμιά ανακοίνωση και ούτε τα ονόματα των διασωθέντων είχαν δοθεί στη δημοσιότητα.
Το ίδιο βράδυ παρασημοφορήθηκε ο Κυβερνήτης του Ν\Κ «ASHTON» από τον Βασιλέα.
Την επόμενη μέρα το Βασιλικό ζεύγος συνοδευόμενο από τον Πρωθυπουργό και από 2-3 Υπουργούς επισκέφθηκαν ναυαγούς στο Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιώς, στον Ευαγγελισμό και στον Ερυθρό Σταυρό που είχαν επίσης εισαχθεί.

Η είδηση του ναυαγίου αμέσως έγινε γνωστή στα Χανιά, όπου κηρύσσεται 8ήμερο πένθος. Τα καταστήματα μένουν κλειστά, ενώ οι σημαίες κυματίζουν μεσίστιες. Σε ολόκληρη την Κρήτη και την Ελλάδα η συμμετοχή στο πένθος είναι πάνδημη.
Δύο ημέρες μετά, στις 10 Δεκεμβρίου, οι πρώτοι νεκροί μεταφέρθηκαν στα Χανιά. Σκηνές οδύνης εκτυλίσσονται στο αεροδρόμιο και στο νεκροταφείο του Άγιο Λουκά στις 6 το απόγευμα. Στην εκκλησία τα φέρετρα τοποθετούνται στη σειρά και ο Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου Ειρηναίος, μαζί με ιερείς, ψάλλει τις νεκρώσιμες ακολουθίες. Οι στιγμές είναι συγκλονιστικές..! Θρήνοι δονούν την εκκλησία, συγγενείς αγκαλιάζουν τα φέρετρα και φωνάζουν τα ονόματα των νεκρών… Όλοι λυγίζουν…

Μετά το τραγικό αυτό ναυάγιο καθορίστηκαν μελέτες για δημιουργία επί τούτου θαλάμων επιχειρήσεων έρευνας διάσωσης τόσο στο ΥΕΝ όσο και στη Ναυτική Διοίκηση Αιγαίου, επίσης τότε καθορίστηκε ο θεσμός του «Σκοπούντος πλοίου» (ένα πολεμικό πλοίο από κάθε κατηγορία θα κάνει επιφυλακή 24ωρης ετοιμότητας στο Ναύσταθμο) καθώς και ο καθορισμός άδειας απόπλου σύμφωνα με τις υφιστάμενες κάθε φορά καιρικές συνθήκες και όχι με την «Κατά κρίσιν πλοιάρχου» που ίσχυε μέχρι τότε.

Βέβαια η παρουσία του Βασιλέως στην έρευνα δεν ήταν για λόγους εντύπωσης και δημιουργίας ευμενών σχολίων όπως τις απέδιδαν τότε οι εφημερίδες, αλλά για λόγους κατάρριψης ισχυρισμών της Τουρκίας που από το 1963 σε διεθνή φόρα υποστήριζε ότι η Ελλάδα αδυνατεί να παράσχει βοήθεια σε κινδυνεύοντα σκάφη στο Αιγαίο, που ποτέ δεν είχαν δημοσιευθεί από τον ελληνικό τύπο, στο εσωτερικό.

Η έρευνα για τις συνθήκες του ναυαγίου στρέφεται γύρω από το ενδεχόμενο ο πλοίαρχος Κώστας Βερνίκος να υπερεκτίμησε τις δυνατότητες του σκάφους σε ό,τι αφορά τους κλυδωνισμούς λόγω κακοκαιρίας, με αποτέλεσμα να μη λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα για την ασφαλή τοποθέτηση του φορτηγού ψυγείου. Αναφέρθηκε το ενδεχόμενο να αιφνιδιάστηκε από την κλίση που πήρε το σκάφος μετά τη θραύση της μπουκαπόρτας, κι έτσι οι ελιγμοί που επιχείρησε να επέσπευσαν την ανατροπή του πλοίου.
Στην κοινωνία των Χανίων ήταν κοινό μυστικό πως υπήρχαν πιθανά σοβαρότατα σφάλματα κατά τη μετασκευή του πλοίου σε οχηματαγωγό, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τη μετατόπιση προς τα άνω του μεσοκεντρικού βάρους του σκάφους και απώλεια της ευστάθειάς του, καθώς αφαιρέθηκαν τα υποκαταστρώματα, αλλά και έρμα βάρους 200 τόνων, για να γίνει το γκαράζ.

Χαρακτηριστική είναι η κατάθεση -τότε- του υποπλοίαρχου Αλέξανδρου Στεφαδούρου: «Περίπου στις 2 τα ξημερώματα άκουσα έναν κρότο. Γύρισα το κεφάλι μου, και είδα να ανοίγει η μπουκαπόρτα και να πέφτει στη θάλασσα ένα αυτοκίνητο ψυγείο που κουβαλούσε τρόφιμα». Ο ίδιος άφησε αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο τοποθετήθηκε στο πλοίο εγκάρσια το φορτηγό ψυγείο, το οποίο έφτασε την τελευταία στιγμή και δεν ασφαλίστηκε κατάλληλα: «Όταν το πλοίο πήρε κλίση από την εισροή υδάτων, ο πλοίαρχος Εμμανουήλ Βερνίκος έδωσε το σύνθημα δια κωδωνοκρουσιών. Μετά τον αντελήφθην να χάνει την ψυχραιμία του. Κατά τη γνώμη μου βασική αιτία δεν ήταν το όχημα. Το πλοίο είχε υποστεί πριν από μία εβδομάδα επισκευές. Έκλεισαν ρωγμές στο διαμέρισμα του αμαξοστασίου κατά τρόπο πλημμελή, από το οποίο ίσως να συνέρρευσαν ύδατα».

Η απόφαση για κήρυξη 8ήμερου πένθους δεν ήταν αρκετή για να απαλύνει τον πόνο των συγγενών, ενώ οι σκηνές που εκτυλίχτηκαν στο αεροδρόμιο και έπειτα στο νεκροταφείο του Αγίου Λουκά, όταν στις 6 το απόγευμα της 10ης Δεκεμβρίου έφτασαν αεροπορικώς κάποιες από τις σορούς, ήταν δραματικές.

Η δίκη η οποία πραγματοποιείται λίγους μήνες μετά, αλλά και η εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό αφήνουν στους επιζώντες και τους συγγενείς των θυμάτων την πικρή γεύση της ατιμωρησίας εκείνων που θεωρούν έως σήμερα ενόχους. Η τοπική κοινωνία ξεσηκώνεται, αφού πριν το ναυάγιο είχε αμφισβητηθεί η ικανότητα των πλοίων της εταιρείας Τυπάλδου, λόγω των μετατροπών που είχαν υποστεί.

Στο Ηράκλειο, μία ημέρα μετά, με το οχηματαγωγό «Χανιά» της ίδιας εταιρείας επρόκειτο να ταξιδέψουν για τον Πειραιά μόλις 12 επιβάτες και 3 αυτοκίνητα. Το πλοίο αποπλέει το ίδιο βράδυ με μόλις 4 επιβάτες και 3 αυτοκίνητα. «Παραδειγματική και δίκαιη η τιμωρία που επιβάλλουν οι Ηρακλειώτες στην πλοιοκτήτρια εταιρεία», γράφουν οι εφημερίδες της εποχής.

Συγκλονιστικές ήταν και οι μαρτυρίες των επιζώντων.
Ο Σταύρος Λαγωνικάκης, από τους λίγους επιβάτες που διασώθηκαν, περιγράφει πώς κατάφερε να σωθεί: «Από τα μεσάνυχτα μέχρι περίπου στις 2 το πρωί άκουγα βαρέλια να χτυπούν στα αμπάρια λόγω του έντονου κυματισμού. Όταν το καμπανάκι του κινδύνου ήχησε, δε θα καταλάβαινα ότι το σκάφος βυθιζόταν αν δεν πήγαινα να σηκωθώ και να διαπιστώσω ότι όλα είχαν γυρίσει σχεδόν ανάποδα. Μέχρι να φτάσω στο σαλόνι περπατώντας – κυριολεκτικά στα τέσσερα – τα φώτα έσβησαν. Κατάφερα να πεταχτώ έξω, μόνο και μόνο γιατί είχα εντοπίσει πού ήταν το πλατύσκαλο».
Ένα κασόνι ήταν η σωτηρία για τον ίδιο και δύο ακόμη άνδρες ναυαγούς. Η κοπέλα που ήταν μαζί τους πνίγηκε, πριν προλάβουν να την ανασύρουν οι ναύτες του πολεμικού πλοίου «Σύρος», που έσωσαν τους υπόλοιπους.
Η εικόνα της κοπέλας αυτής είναι η πιο οδυνηρή ανάμνηση για τον τότε μάχιμο σημαιοφόρο του «Σύρος» κ. Γιάννη Κοκκινόβραχο: «Δύο φορές προσπαθήσαμε να την ανεβάσουμε στο κατάστρωμα, αλλά ο γάντζος έφευγε. Την τρίτη φορά, όταν καταφέραμε να την πιάσουμε από το εσώρουχο, ήταν πλέον πολύ αργά. Τόσα χρόνια δεν ήθελα να το θυμάμαι. Η ανάμνηση αυτή είναι οδυνηρή. Νιώθω πως φταίω και εγώ που δεν τη σώσαμε».
Ο Γιώργος Μανουσουδάκης, 16 χρονών τότε, ταξίδευε μαζί με τον αδερφό του, ο οποίος εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού. Ο αδερφός του, μαζί με ένα ακόμη άτομο, κατάφερε να ανοίξει μία από τις μπουκαπόρτες. Ο κ. Μανουσουδάκης όμως ήταν ο μόνος που κατάφερε να βγει από το πλοίο που βυθιζόταν…
«Βρήκα ένα σωσίβιο και το φόρεσα όσο βρισκόμουν πάνω στην κουπαστή του πλοίου, που είχε γείρει. Ένα κύμα με πέταξε μακριά και γλίτωσα από την δίνη του πλοίου. Τον αδελφό μου δεν τον ξαναείδα ποτέ».

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κυβερνήτης του «ASHTON», είπε ότι ήλθε από την Κύπρο μόλις έλαβε το SOS, αλλά γύρισε πίσω γιατί δεν είχε το ακριβές στίγμα, χάσιμο πολύτιμης ώρας ασφαλώς για τους ναυαγούς. Ξαναγύρισε και μάζεψε πιο πολλά πτώματα από ζωντανούς.

Την τραγική εκείνη νύχτα σημειώθηκε και κάτι εξοργιστικό, κατά την διάρκεια που το «Ηράκλειον» εξέπεμπε σήμα κινδύνου. Ο ναύτης της βάρδιας ενός από τα διανυκτερεύοντα φυλάκια, ενώ έλαβε το SOS του «Ηράκλειον», δεν μετέδωσε το σήμα γιατί είχε λάβει διαταγή να μην ξυπνήσει τον ανώτερό του πριν τις 6.00 το πρωί!

Ο διασωθής ναύτης Αντώνιος Καμπούρης, μεταξύ άλλων αναφέρει:
«Όταν μας επισκέφθηκε ο πρώην βασιλεύς Κωνσταντίνος στο ΤΖΑΝΕΙΟΝ νοσοκομείον Πειραιώς, του ειχα πει οτι πέρασε από πάνω μου με την Ντακότα 2 φορές και ενόμισα οτι με εντόπισαν, αλλά δυστυχώς δεν με είδαν. Επειδή φορούσα μπλε σκούρα μπλούζα, την έβγαλα και έμεινα με το άσπρο φανελάκι για να με δουν, επειδή στο σημείο που ήμουν δεν υπήρχαν σωστικά πλοία, τα έβλεπα πολύ μακριά μου, αλλά πάλι ατυχία, έφυγε η Ντακότα χωρίς αποτέλεσμα…

…Χρωστάω την ζωή μου στον ΗΡΩΑ και φίλο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗ (19 ετων) που με σήκωσε από το κρεβάτι με το ζόρι και περίμενε στην καμπίνα μου απ’ έξω μέχρι να βεβαιωθεί οτι σηκώθηκα. ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥ Η ΜΝΗΜΗ. Επίσης τον κύριο ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ επωνομαζόμενον «δεύτερον πατέρα» μου, που με βοήθησε να πέσω στην θάλασσα εκείνη την κρίσιμη ώρα του ναυαγίου».

Μια από τις πιο τραγικές εικόνες αυτού του ναυαγίου, ήταν μια κοπέλα, η φοιτήτρια Άλκηστις Αγοραστάκη, που έσωσε πολλούς, αλλά η ίδια, τελικά πνίγηκε.

Τραγικές μνήμες από το πολύνεκρο ναυάγιο του οχηματαγωγού πλοίου «Ηράκλειο» στο οποίο έχασαν τη ζωή τους 217 άνθρωποι «ξυπνούν» με την συμπλήρωση 43 ετών από εκείνη την αποφράδα ημέρα του Δεκεμβρίου του 1966. Ο Hρακλειώτης Γιάννης Λάμπρου ήταν τότε παλικάρι 30 ετών.

Κάθε φορά που πλησιάζει η μαύρη επέτειος νιώθει ένα μεγάλο βάρος στην καρδιά και απέραντη θλίψη για τις ψυχές που χάθηκαν τόσο άδικα στα παγωμένα νερά της Φαλκονέρας. Αν και 73 ετών σήμερα, ποτέ δεν θα απολέσει από πάνω του την οσμή του θανάτου. Ποτέ δεν θα σβήσει από τη μνήμη του την εικόνα με τα δεκάδες διάσπαρτα πτώματα. Ποτέ δεν ξεχάσει τις σπαρακτικές φωνές των ναυαγών που εκλιπαρούσαν για την σωτηρία τους.

Το 1966 ο κ. Γιάννης εργαζόταν ως μπόμπαν (αντλιωρός) στο πλοίο Μίνως, ιδιοκτησίας Ευθυμιάδη. Στις 8 Δεκεμβρίου του 1966 ξεκίνησαν από το λιμάνι του Ηρακλείου στις 8 το πρωί με προορισμό τον Πειραιά. «Θυμάμαι ότι οι καιρικές συνθήκες ήταν αντίξοες. Είχε πολλή θάλασσα. Ο καπετάνιος πήρε το πρώτο σήμα για το ναυάγιο ενώ πλέαμε ανοιχτά της Ντία. Προσεγγίσαμε την περιοχή όπου μας είχε δοθεί το στίγμα λίγο μετά τη μία το μεσημέρι. Πήγαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε δεδομένης της θαλασσοταραχής».

Όπως αφηγείται, το πρώτο πράγμα που αντίκρισαν ήταν ένα τεράστιο ψυγείο. “Ήταν το πρώτο σημάδι της τραγωδίας. Γυρίζω και λέω στο λοστρόμο τον Γιακουμή «τι καθόμαστε; Χαροπαλεύουν άνθρωποι. Τους βλέπαμε που είχαν πιαστεί από σανίδια και άλλα αντικείμενα που έπλεαν. Βλέπαμε και τους νεκρούς ναύτες που έπαιζαν από τον αέρα οι κολαρίνες τους».

Με εντολή του καπετάνιου κατέβασαν μια βάρκα. «Μέσα μπήκαμε εγώ, ο ύπαρχος Δημήτρης Καπιτσαλάς, ο Γεράσιμος Δαλιέτος, ο Σπύρος ο Κόκλας και κάποιος Μπάμπης που δεν θυμάται το επώνυμο του. Καταφέραμε να σώσουμε πέντε ανθρώπους. Αυτούς μόνο βρήκαμε εμείς. Δεν υπήρχαν άλλοι για να σώσουμε».

Ήταν καταβεβλημένοι από την κόπωση και το κρύο. Πάλευαν με τα κύματα από τις 2 τα ξημερώματα και εμείς τους βρήκαμε στις 2 το μεσημέρι. Όλοι ήταν μαυρισμένοι από το μαζούτ με το οποίο είχε γεμίσει η θάλασσα.

«Μας δάγκωνε τα πόδια»

Συγκλονισμένος ακόμα και σήμερα περιγράφει τις στιγμές διάσωσης των πέντε ναυαγών. «Ανάμεσα στους πέντε ήταν ένας λοχίας. Ο άνθρωπος είχε χάσει τα λογικά του από το σοκ. Μόλις τον βάλαμε στη βάρκα, άρχισε να μας δαγκώνει τα πόδια. Οι άλλοι δεν μιλούσαν από το σοκ. Στη βάρκα μας ανασύραμε και το λοστρόμο του «Ηράκλειο», το Θοδωρή το Μαγιάφη. Είναι ο μόνος που την «πλήρωσε» για το ναυάγιο και δεν έφταιγε. Τον γνώριζα από παλιά. Τον έσυρα πάνω στη βάρκα και γύρισε και μου είπε: «Γιάννη δεν με γνωρίζεις;». Το πρόσωπο του ήταν μαύρο από το μαζούτ.

Ο άνθρωπος αυτός είχε ειδοποιήσει εγκαίρως τον καπετάνιο όταν αντιλήφθηκε ότι η μπουκαπόρτα είχε ανοίξει και έμπαζε νερά. Του πρότεινε να ελαττώσουν ταχύτητα, όμως δυστυχώς απαξιώθηκε επειδή ήταν λοστρόμος.

Ο κ. Γιάννης θυμάται συγκινημένος ότι και οι ίδιοι κινδύνευσαν να πνιγούν καθώς η μηχανή της βάρκας είχε «τραβήξει» από την αναρρόφηση μία λινάτσα. «Ο ύπαρχος φοβήθηκε και μας είπε να επιστρέψουμε στο πλοίο. Εγώ και ο Δαλιέτος αντιδράσαμε. Είπαμε ότι δεν πάμε πουθενά γιατί η πρώτη μας έννοια ήταν να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους».

Όπως αναφέρει, λόγω της θαλασσοταραχής ήταν αδύνατον οι πέντε ναυαγοί να ανέβουν στο πλοίο με την ανεμόσκαλα. «Ο λοστρόμος τους ανέβασε έναν-έναν με την καντηλίτσα (ένα σανίδι δεμένο στις άκρες με σκοινί).

Πλήρωμα και επιβάτες παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα την επιχείρηση διάσωσης των πέντε. Άλλοι έκλαιγαν με τόσα πτώματα τριγύρω, άλλοι κοίταζαν αποσβολωμένοι από το σοκ.

«Μας έριξαν στο πλοίο με ελικόπτερο δύο γιατρούς από το Ζάννειο για να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες στους ναυαγούς. Εγώ δεν τους ξαναείδα από τότε».

Νύκτες ολόκληρες ο κ. Λάμπρου έβλεπε εφιάλτες στον ύπνο του. Το σοκ που υπέστη ήταν ισχυρό. Για καιρό ήθελε μόνο να ξεμπαρκάρει, όπως λέει. «Ακόμα και σήμερα δεν έχω ξεπεράσει την τραγωδία. Μιλάω σήμερα γιατί νιώθω την ανάγκη να τιμήσω αυτές τις ψυχές που χάθηκαν τόσο άδικα. Πιστεύω ότι ποτέ δεν θα το ξεπεράσω. Τότε το μόνο που ήθελα και εγώ και οι συνάδελφοι μου ήταν να σώσουμε όσους περισσότερους μπορούσαμε. Κάναμε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν. Μακάρι να είχαμε προλάβει να σώσουμε και άλλους» λέει συγκινημένος.

Βραδινές ώρες της 7ης Δεκεμβρίου του 1966 το πλοίο «Ηράκλειο» απέπλευσε από το λιμάνι της Σούδας για Πειραιά. Στις 02.06 ξημερώματα της 8ης Δεκεμβρίου, ημέρα Πέμπτη, εξέπεμψε το μήνυμα: «SOS, από Ηράκλειον, στίγμα μας 36 μοίρες 52 Β, 24 μοίρες 08 Α, Βυθιζόμεθα».

Από τους 73 ναυτικούς (πλήρωμα) και τους 191 επιβάτες σώθηκαν μόνο 46 (16 άτομα από το πλήρωμα και 30 επιβάτες), οι υπόλοιποι 217 πνίγηκαν.

Ποιό ήταν, όμως, το ΕΓ/ΟΓ «ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ» ? Ας δούμε, λοιπόν, το ιστορικό του πλοίου.

Επρόκειτο για το Φ/Γ «LEICESTERSHIRE (2)» της BIBBY LINE . Ναυπηγήθηκε το 1949 στα ναυπηγεία Fairfield Shipbuilding & Engineering Co. στο Govan , μαζί με το αδελφό του «WARWICKSHIRE (2)» (1948).

Το 1965 (16 ετών) πουλήθηκαν και τα δύο στην εταιρεία των αδελφών Τυπάλδου (Typaldos Lines), μετασκευάσθηκαν σε ΕΓ/ΟΓ και μετονομάσθηκαν το μεν πρώτο σε «ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ / HERAKLION» και το δεύτερο σε «ΧΑΝΙΑ / HANIA / CHANEA»


Πηγές: http://www.pare-dose.net/blog/?p=80

http://www.shipfriends.gr/forum/showthread.php?t=1152

http://www.inout.gr/showthread.php?p=317802#post317802

h1

Τα μυστήρια με το χρυσάφι

Δεκεμβρίου 4, 2009

Πώς και γιατί η Τράπεζα της Ελλάδος πούλησε 20 τόνους για να αγοράσει ομόλογα

Ηταν άνοιξη του 1941, λίγο πριν από την είσοδο του γερμανικού στρατού στην Αθήνα, όταν ο τότε υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γεώργιος Μαντζαβίνος ακολουθώντας εντολή της ελληνικής κυβέρνησης ανέλαβε τη μεταφορά του χρυσού του ελληνικού κράτους στο εξωτερικό. Ο χρυσός φορτώθηκε στον Πειραιά στο αγγλικό καταδρομικό πλοίο «Διδώ», το οποίο με κίνδυνο να βυθιστεί παίρνοντας μαζί του το πολύτιμο φορτίο έφθασε μέσω Κρήτης στην Αίγυπτο. Από εκεί κατέληξε στη Νότια Αφρική, όπου παρέμεινε ως το τέλος του πολέμου. Μαζί με τον τότε υποδιοικητή και μετά την απελευθέρωση διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν ο 13χρονος γιoς του Αντώνιος Μαντζαβίνος, μέλος σήμερα του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος. Ο γιος ήταν γραφτό να είναι σήμερα ένας από εκείνους που λόγω της θέσεώς τους στο εν λόγω συμβούλιο συναποφάσισαν για την πώληση 20 τόνων χρυσού από την κεντρική τράπεζα. Μοιάζει σαν μυθιστόρημα και εγείρει περιέργεια αλλά και ενστάσεις, σαν και αυτή που εκφράστηκε τις προάλλες με την κατάθεση ερώτησης 60 βουλευτών της ΝΔ, που είπαν ότι εν κρυπτώ η Τράπεζα της Ελλάδος πούλησε το χρυσάφι για να καλύψει τα κυβερνητικά ελλείμματα – αλλά μάλλον οι βουλευτές πιάστηκαν αδιάβαστοι. Στο διάστημα που μεσολάβησε από την πολεμική περιπέτεια του ελληνικού χρυσού ως σήμερα ο ρόλος του πολύτιμου μετάλλου σε μια οικονομία, αλλά και στην ελληνική ειδικότερα, έχει αλλάξει άρδην.

H εποχή που η ποσότητα χρυσού που διέθετε μια χώρα αντικατόπτριζε την ισχύ της οικονομίας της φαίνεται ότι έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. «Την εποχή μετά τον πόλεμο» αναφέρει ο κ. Μαντζαβίνος «η αξιοπιστία μιας κεντρικής τράπεζας και μιας οικονομίας βασιζόταν στον χρυσό που διέθετε. Σήμερα δεν υπάρχει ανάγκη να διατηρεί μια χώρα υψηλά αποθέματα χρυσού». Δεν είναι μόνο η κατάργηση του συστήματος σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods το 1971, με βάση το οποίο κάθε εθνικό νόμισμα σε κυκλοφορία είχε το ισοδύναμό του σε χρυσό μέσω της ισοτιμίας του με το δολάριο και μπορούσε να ανταλλαγεί με αυτόν ανά πάσα σιγμή. Για την Ελλάδα η είσοδος στην ΟΝΕ και η υιοθέτηση του ευρώ περιορίζουν σημαντικά την ανάγκη διατήρησης συναλλαγματικών διαθεσίμων και υψηλών αποθεμάτων χρυσού. «Με το ευρώ, η σημασία του χρυσού έχει σχεδόν εξαλειφθεί» τονίζει ο κ. Μαντζαβίνος.

* Τα αποθέματα ασφαλείας

Οσο υπήρχε η δραχμή, τα συναλλαγματικά διαθέσιμα και ο χρυσός ήταν απαραίτητα. Για τη στήριξη του εθνικού νομίσματος η Τράπεζα της Ελλάδος έπρεπε να διαθέτει σκληρά νομίσματα όπως το δολάριο, για να αντεπεξέλθει σε τυχόν κερδοσκοπικές επιθέσεις, αλλά και υψηλά αποθέματα χρυσού για την περίπτωση που τα συναλλαγματικά διαθέσιμα τελείωναν. Βέβαια ποτέ η ελληνική οικονομία δεν έφθασε στο σημείο να πουλήσει χρυσό για να εξασφαλίσει συνάλλαγμα.

Υπήρχε ακόμη ένας λόγος που η διατήρηση υψηλών αποθεμάτων χρυσού κρινόταν αναγκαία: λόγοι εθνικής ασφαλείας την επέβαλλαν. Σε περίπτωση γεωπολιτικών εντάσεων η δραχμή μπορούσε να αποδειχθεί ανίσχυρη για αγορά πρώτων υλών, στρατιωτικού υλικού κ.ά., κάτι που μπορούσε να γίνει με χρυσό, που ήταν, είναι και θα είναι αποδεκτός στις διεθνείς συναλλαγές. Σήμερα το ευρώ είναι το δεύτερο (μετά το δολάριο) ισχυρότερο νόμισμα στον κόσμο, είναι ευρέως αποδεκτό στις διεθνείς συναλλαγές και καμία χώρα ή συνασπισμός χωρών δεν μπορεί να επιβάλει εμπάργκο εναντίον του, όπως εύκολα μπορούσε να συμβεί με τη δραχμή.

* Και άλλοι πούλησαν

Για τους ίδιους λόγους οι περισσότερες ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες ακολουθούν την ίδια πολιτική. «Πριν από την πώληση χρυσού από την Τράπεζα της Ελλάδος είχαν προηγηθεί άλλες ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες» αναφέρει ο κ. Μαντζαβίνος. Οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες όχι μόνο δεν επιδιώκουν τη συσσώρευση επιπλέον διαθεσίμων σε χρυσό, αλλά έχουν συνάψει μια «συμφωνία κυρίων» για περιορισμένη και ελεγχόμενη πώληση ποσοτήτων χρυσού από τα διακρατούμενα διαθέσιμά τους. Με τη συμφωνία αυτή επιδιώκεται η αποφυγή μαζικών πωλήσεων χρυσού, οι οποίες θα προκαλούσαν αναστάτωση στην αγορά χρυσού και μεγάλες διακυμάνσεις στην τιμή του.

Βέβαια υπάρχουν και οι παραδοσιακά «χρυσόφιλες» χώρες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, που διατηρούν υψηλά αποθέματα. Σύμφωνα με στοιχεία που αφορούν το τέλος του 2002, τα αποθέματα της Γερμανίας ανέρχονταν σε 3.448 τόνους, της Γαλλίας σε 3.024 τόνους, της Ιταλίας σε 2.451 τόνους, της Πορτογαλίας σε 606 τόνους, της Ισπανίας σε 523 τόνους και του Βελγίου σε 258 τόνους. Τα αποθέματα της Ελλάδας μετά την πώληση των 20 τόνων ανέρχονται σε 127 τόνους, ποσότητα σημαντικά μεγαλύτερη από αυτήν που είχε μεταφέρει το 1941 ο Μαντζαβίνος πατήρ.

* Πού έχουμε τις ράβδους

Ο χρυσός της Ελλάδας βρίσκεται κατά ένα μέρος στο θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας της Ελλάδος, στα υπόγεια του κεντρικού κτιρίου της Πανεπιστημίου, και κατά ένα άλλο στο εξωτερικό. Ενα κομμάτι του ελληνικού χρυσού βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT), την οποία οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες «προίκισαν» με χρυσό και συναλλαγματικά διαθέσιμα. Κάθε τράπεζα συνέβαλε στη δημιουργία των αποθεμάτων χρυσού της EKT ανάλογα με το «ειδικό βάρος» της χώρας της. H ελληνική «συνεισφορά» παραμένει στην κατοχή της Τράπεζας της Ελλάδος και εμφανίζεται ως περιουσιακό στοιχείο της στον ισολογισμό της. Ελληνικός χρυσός, κατατεθειμένος σε ράβδους διεθνών προδιαγραφών, βρίσκεται στη Fed (την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ) και στην Τράπεζα της Αγγλίας, εκεί όπου υπάρχουν αγορές που πληρώνουν τόκο για καταθέσεις χρυσού.

* Εχει χαμηλό τόκο

Ο τόκος όμως είναι ελάχιστος, μόλις 0,1%, αναφέρουν στην Τράπεζα της Ελλάδος, και οι καταθέσεις κρίνονται ασύμφορες. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διατήρηση χρυσού επιβαρύνεται και από υψηλά «φύλακτρα», σε σημείο ώστε να είναι ασύμφορη. «Πολλές φορές κοστίζει η διακράτηση χρυσού» αναφέρει ο κ. Μαντζαβίνος.

Ο χρυσός έπαψε να είναι ελκυστικός για επένδυση εδώ και πολλά χρόνια. Οσοι κρατούσαν χρυσό τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 έβλεπαν ότι έχαναν σε σχέση με άλλες τοποθετήσεις, είτε αυτές ήταν ακίνητα είτε καταθέσεις, που είχαν αρχίσει να αποδίδουν ικανοποιητικούς τόκους. Οι συσσωρευμένοι τόκοι, π.χ., μιας δεκαετίας αντιστάθμιζαν τις απώλειες στην αγοραστική δύναμη της δραχμής ύστερα από μια υποτίμηση ή ταχεία διολίσθηση, που ήταν συχνό φαινόμενο στη σύγχρονη οικονομική ιστορία της χώρας. H ανασφάλεια που δημιουργούσε η δραχμή οδηγούσε στη διακράτηση χρυσού. Με μόνη εξαίρεση την άνοδο της τιμής του στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70, η εικόνα δεν άλλαξε τις δύο επόμενες δεκαετίες. Αντίθετα, τα έσοδα που απέφεραν οι καταθέσεις και τα ρέπος την εποχή εκείνη καθιστούσαν τις τοποθετήσεις σε χρυσό ασύμφορες.

Ετσι σταδιακά οι Ελληνες απομακρύνθηκαν από τον χρυσό και οι επισκέψεις ιδιωτών αλλά και επιχειρηματιών στην Τράπεζα της Ελλάδος για ρευστοποίηση των χρυσών νομισμάτων και πλακιδίων που κατείχαν πλήθαιναν. Ζήτηση υπήρχε μόνο για αγορά αναμνηστικών χρυσών λιρών για δώρα κυρίως σε γεννήσεις ή επετείους. Κάθε χρόνο από το 1965, όταν θεσπίστηκε η ονομαστικοποίηση στην αγορά χρυσών λιρών, το ισοζύγιο των αγορών και των πωλήσεων χρυσού στα γκισέ της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν καθαρά υπέρ των ρευστοποιήσεων. H ονομαστικοποίηση, που σήμαινε ότι για την αγορά νέων χρυσών λιρών και άλλων νομισμάτων ο αγοραστής έπρεπε να έδινε τα στοιχεία του και ήταν υποχρεωμένος να αποδείξει ανά στιγμή σε αιφνιδιαστικό έλεγχο από τις αρχές ότι διατηρούσε στην κατοχή του τα χρυσά νομίσματα, έδρασε αποτρεπτικά για την αγορά χρυσών λιρών. Πολλοί ήσαν εκείνοι που έσπευδαν στην Τράπεζα για να τις ρευστοποιήσουν.

* Ανασύρθηκαν από τα σεντούκια

Από τις ρευστοποιήσεις χρυσών λιρών και πλακιδίων χρυσού που βρίσκονταν σε θυρίδες και σεντούκια η Τράπεζα της Ελλάδος συγκέντρωσε τα τελευταία 40 χρόνια περισσότερους από 80 τόνους! Μόνο τα τελευταία πέντε χρόνια η κεντρική τράπεζα έχει λιώσει και έχει μετατρέψει σε ράβδους διεθνών προδιαγραφών 81 τόνους χρυσού που αγόρασε με τη μορφή χρυσών νομισμάτων και πλακιδίων. Το ένα τέταρτο από αυτή την ποσότητα (20 τόνοι) αποφασίστηκε να πωληθεί προκειμένου να επενδυθεί σε ασφαλείς τοποθετήσεις που αποφέρουν αποδόσεις από 2% ως 4% (όπως, π.χ., ομόλογα ευρωπαϊκών κυβερνήσεων) έναντι της σχεδόν μηδενικής απόδοσης των τοποθετήσεων σε χρυσό.

H Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το καταστατικό της αγοράζει χρυσά νομίσματα και πλακίδια χρυσού που πωλούν οι ιδιώτες. Σε αυτή τη μορφή όμως ο χρυσός δεν είναι εμπορεύσιμος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αξιοποιηθεί. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφάσισε να αναβαθμίσει ποιοτικά αυτά τα χρυσά νομίσματα και πλακίδια που αγόραζε από το κοινό και να τα μετατρέψει σε ράβδους διεθνών προδιαγραφών, που είναι εμπορεύσιμες. Οι μετατροπές αυτές ολοκληρώθηκαν εκτός Ελλάδος, σε οίκους που διέθεταν τις απαραίτητες εγκαταστάσεις και ανάλογη εξειδίκευση, ενώ για ευνόητους λόγους έγιναν με απόλυτη μυστικότητα και με τη συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας.

* Θα βγάλουν και κέρδη

Σύμφωνα με τη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος, η απόφαση της κεντρικής τράπεζας να πωλήσει 20 τόνους χρυσού από τα συνολικά αποθέματά της ύψους 147 τόνων εντάσσεται στο πλαίσιο της αποδοτικότερης διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της. Επομένως η ρευστοποίηση οδηγεί απλώς σε διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου της Τράπεζας της Ελλάδος και αφορά τμήμα της ποσότητας χρυσού που είχε συγκεντρωθεί από τις αγορές νομισμάτων των τελευταίων ετών.

Οι υψηλότερες αποδόσεις από την τοποθέτηση του προϊόντος της πώλησης του χρυσού, ύψους 207 εκατ. ευρώ, θα αποφέρουν επιπλέον έσοδα στην Τράπεζα, τα οποία εκτιμάται ότι σε ετήσια βάση θα ανέλθουν σε 5 εκατ. ευρώ περίπου. Το ποσό που αντιστοιχεί στη χρήση του 2003 θα προσμετρηθεί κατά τον υπολογισμό των κερδών της χρήσης, τη διάθεση των οποίων θα αποφασίσει η γενική συνέλευση των μετόχων την άνοιξη του 2004, όπως προβλέπει ο νόμος.

πηγή: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=153541&ct=3&dt=31/08/2003

h1

Το δημόσιο χρέος στο ελληνικό κράτος από το 1824.

Νοεμβρίου 5, 2009

Πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία από τον κ. Τ. Ηλιαδάκη*:

Α. 1824-1897

Την περίοδο αυτή η Ελλάδα πήρε 10 εξωτερικά δάνεια, συνολικά 770 εκ. γαλ. φράγκα (στο εξής γ.φ.). Κατά μέσο όρο η τιμή έκδοσης κυμάνθηκε στο 72,54%, δηλαδή χρεώθηκε 770 εκ. γ.φ. αλλά “στο χέρι” πήρε 464,1 εκ. γ.φ., τα υπόλοιπα ήταν τιμή έκδοσης και διάφορα άλλα έξοδα-κρατήσεις, ή πιο απλά ήταν το… κοινωνικό έργο των τραπεζών.

1 Αναλυτικότερα:

• Δύο δάνεια από την Αγγλία κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης το 1824 και το 1825, συνολικά 2,8 εκ. λίρες στερλίνες (στο εξής λ.σ.) ή 70.261.000 γ.φ.2 • Ένα, 60 εκ. γ.φ. με την εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας, το 1832.

• Δύο επί Κουμουνδούρου, το 1879 και το 1890, συνολικά 180 εκ. γ.φ.

•Πέντε επί Χ. Τρικούπη το 1882-1885 και το 1886-1881, συνολικά 450 εκ. γ.φ. και τέλος

•Ενα επί Σωτηρόπουλου-Ράλλη το 1893, 9.739.000 εκ. γ.φ.

Αι. Τα δάνεια της ανεξαρτησίας

- Κατά κοινή ομολογία υποκίνησαν τους δύο εμφύλιους το 1824. Οπως έλεγε ο Γκούρας, “χρυσού λαλούντος άπας άπρακτος λόγος”. 3 Επι πλέον ήταν προφανές ότι θα επικρατούσε εκείνο το κόμμα που θα έπαιρνε το δάνειο, καθ’όσον, “νόμος και ισχύς αι λίραι του δανείου”.

- Με την εξαγορά βουλευτών και στρατιωτικών διέφθειραν τον κοινοβουλευτισμό και τη διοίκηση. Οπως γράφει ο Παπατσώνης, “δια το μέσον του δανείου τούτου, εδιώρισαν εις όλας τας επαρχίας οπαδούς των υπαλλήλους”4.

Η πελατειακή διαχείριση των δανείων είχε στρέψει την αιχμή του δόρατος προς τη δύναμη της εποχής, τις οπλικές δυνάμεις, με τις μαζικές βαθμοδοσίες, το οικονομικό κόστος των οποίων κάλυπταν τα δάνεια. Οπως επισημάνθηκε “κατάντησε το έθνος να έχει υπέρ των 12.000 αξιωματικούς”, σε σύνολο οπλικών δυνάμεων 20.000 ανδρών5 .

Οι περισσότεροι καπετάνιοι εμφάνιζαν περισσότερους άνδρες για να επωφελούνται τους επιπλέον μισθούς. Έτσι ο Γκούμας έπαιρνε μισθούς για 12.000 άνδρες ενώ είχε μόνο 3.0006. Αυτήν την ευρεμισθία ο λαός την τιτλοποίησε με το σκωπτικό, “ο καπετάν ένας”, δηλαδή έπαιρνε πολλούς μισθούς για τους άνδρες του, ενώ είχε μόνον ένα, τον εαυτόν του. 7 Δεν είχαν απομείνει ούτε 20.000 λίρες για να σωθεί το Μεσολόγγι, όπως λέει ο Παπαρηγόπουλος. 8 Το “ταμείον κενόν”, όπως ενημέρωνε τη Βουλή η Επιτροπή Ταμείου. 9 Η κυβέρνηση έκτοτε επωνομάσθη ψωροκώσταινα” 10… Το 1825 η κυβέρνηση θα κηρύξει την πρώτη πτώχευση. Τον Απρίλιο του 1926, αναλαμβάνοντας η κυβέρνηση Α. Ζαΐμη, στο ταμείο υπήρχαν μόνο 16 γρόσια, ουτε μία λίρα! Καθαρή δανειακή πρόσοδος από μεν το πρώτο δάνειο των 800.000 λιρών, 36%.

Από το δεύτερο των 2 εκ. λιρών το 10,5%.

Α2 Οθωνική περίοδος

Το δάνειο των 60 εκ. γ.φ. του Όθωνα εγγυήθηκαν οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις (στο εξής Μ.Δ.) κάθε μία το ένα τρίτο.

Η τρίτη δόση των 20 εκ. γ.φ. ουδέποτε καταβλήθηκε στην Ελλάδα.

Κατακρατήθηκε από τη δανειοδότρια τράπεζα για την εξυπηρέτηση του δανειου. Από τις υπόλοιπες δύο δόσεις, 40 εκ. γ.φ., το 56,8% κατακρατήθηκε στο εξωτερικό, το υπόλοιπο σπαταλήθηκε από την αντιβασιλεία και σε έξοδα του Βαυαρικού στρατού.11

Τέλος, το 1835, στο δημόσιο ταμείο υπήρχαν 1,8 εκ. δρχ. και απ’ αυτά έπρεπε να καλυφθούν τα ελλείμματα 1833-35 και η εξυπηρέτηση του δανείου, που ήταν 2,7 εκατ. δρχ.

Τελικά η καθαρή πρόσοδος, από το δάνειο, για την Ελλάδα ήταν 14,2%. Στο τέλος του 1859 η Ελλάδα έναντι του δανείου χρωστούσε υπερτριπλάσια των όσων λογιστικά είχε επωφεληθεί από το δάνειο, ενώ από το 1843 είχαμε τη δεύτερη χρεοκοπία.

Α3. Τρικουπική περίοδος

Κατά την περίοδο αυτή κυρίαρχος θα αναδυθεί ο έμπιστος των ανακτόρων Α. Συγγρός. Ηταν ο άνθρωπος που εξασφάλιζε στο Ελληνικό Δημόσιο δανειοδότες, στους οποίους συμμετείχε και ο ίδιος. Ήταν ο άνθρωπος που από τη δανειακή πρόσοδο εκτελούσε δημόσια έργα (Ισθμός Κορίνθου, σιδηρόδρομοι Λαυρίου, Θεσσαλίας κλπ.). Ηταν ο υπερεργολάβος με ό,τι αυτό σημαίνει.

Από την άλλη πλευρά ο Χ. Τρικούπης θα αναδυθεί σε πρωταθλητή του εξωτερικού δανεισμού. Την περίοδο του ελληνικού βασιλείου 1832-1893 στον Τρικούπη χρεώνεται το 58,4% του εξωτερικού δανεισμού, με 450 εκ. γ.φ. Παρ’όλα αυτά το 1893 θα έχουμε την τρίτη χρεοκοπία.

Τον αιώνα αυτόν μέχρι το 1897, ο συνολικός δανεισμός έφθασε στα 770 εκ. γ.φ., από τα οποία “στο χέρι πήρε” 389 εκ. γ.φ. ή το 50,5%. Μέχρι το 1993 είχε αποσβέσει 472 εκ., δηλαδή το 120% των όσων δανειακά εισέπραξε και πάλι χρωστούσε 631,4 εκ., δηλαδή το 82% των όσων είχε δανεισθεί. Την ίδια χρονιά τα ετήσια έσοδα του ελληνικού κράτους ήταν 64 εκ. φ. δηλαδή μόλις το 10% του εξωτερικού δημόσιου χρέους.

Το 1898 η Ελλάδα θα τεθεί υπό τον  Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο και ταυτόχρονα θα της παραχωρηθεί δάνειο 150 εκ. φ.

Απ’ αυτό το 62% καταβλήθηκε ως αποζημίωση της Οθ. Αυτοκρατορίας (παραχώρηση Θεσσαλίας, πόλεμος 1897), 15% χρησιμοποιήθηκε για κάλυψη των ελλειμμάτων, το 20% στο κυμαινόμενο χρέος και το 3% στα έξοδα έκδοσης.

Β. 1900-1945

Β1. 1902-1914

Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και την υποχώρηση του κρατικού.12 Την ίδια αυτή εποχή η Αθήνα αντιμετωπίζει τον Μακεδονικό αγώνα και από το 1912 τους Βαλκανικούς.

Μέχρι το 1909 συνεχίζεται η ανεπάρκεια διαχείρισης των δημοσιονομικών. 13 Οι αθηναϊκές συντεχνίες με ψήφισμα τους τον Δεκέμβριο του 1908 διεκήρυτταν ότι δεν δέχονται πια νέους φόρους “προς συντήρηση εν τη αρχή του εκάστοτε κόμματος”14 , ενώ η εισαγγελία Θεσ/κης θα επέμβει για διασπάθιση του δημοσιου χρήματος κατά την εγκατάσταση των προσφύγων στη Μακεδονία15 .

Την περίοδο αυτή συνομολογήθηκαν τέσσερα εξωτερικά δάνεια, συνολικά 521 εκ. φ. Τα δύο πρώτα (76 εκ. φ.) μέχρι το 1910 και το τέταρτο 335 εκ. φ. το 1914. Η δανειακή πρόσοδος χρησιμοποιήθηκε

- Υπέρ της εξυπηρέτησης των ήδη υπαρχόντων εξωτερικών δανείων.

- Υπέρ της διεξαγωγής των Βαλκανικών πολέμων και

- Στην ενσωμάτωση των νέων περιοχών που προέκυψαν μετά τους Βαλκανικούς.

Με απλά λόγια τα νέα δάνεια ξεπλήρωναν τα παλιά.

Β2. 1915-1923

Η Ελλάδα του διχασμού εν μέσω του Α’ ΠΠ. Στη συνέχεια θα βιώσει τη Μικρασιατική καταστροφή και να βρεθεί με τους πρόσφυγες απ’ αυτήν.

Η οικονομική πορεία διαρθρώνεται από τις μεγάλες, έκτακτες πολεμικές δαπάνες (περίπου 6,2 δισ. δρχ.). Είναι περίοδος έξαρσης του εσωτερικού δανεισμού και σχεδόν έλλειψης εξωτερικού.

Στον εξωτερικό δανεισμό υπάρχουν δύο μυστικά γερμανικά δάνεια, από 40 εκ. μάρκα έκαστο προς την κυβέρνηση Σκουλούδη το 1915 και 1916. Τα δάνεια κρατήθηκαν εντελώς μυστικά, ακόμα και από τη Βουλή και ουδαμού αναγραφόμενα. Η μυστικότητα αυτή θα αποτελέσει θέμα της ποινικής δικαιοσύνης το 1918. Στο ειδικό δικαστήριο ο Σκουλούδης θα υποστηρίξει ότι κρατήθηκε μυστικό για να μην εκλειφθεί ως ένδειξη γερμανοφιλίας.

Τέλος υπήρξε ένα μικρό δάνειο καναδικό 8 εκ. δολ. Επίσης και ένα για την εξαγορά, από τη Γαλλία, της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσ/κης-Κων/λης, την οποία είχε καταλάβει ο ελληνικός στρατός το 1913.

Β3. Μεσοπόλεμος 1924-1932

Με τη Μικρασιατική καταστροφή ο ελληνισμός θα βρεθεί σε αμηχανία και σύγχυση. Από το 1924 μέχρι το 1928 ο κοινοβουλευτισμός θα βρεθεί σε οξύτατη κρίση, με 12 κυβερνήσεις, δηλαδή κάθε 4,5 μήνες και άλλη κυβέρνηση και με αποκορύφωμα το παγκαλικό “Θόδωρος κερνά και Θόδωρος πίνει”. 16

Ο Βενιζέλος θα επιστρέψει και θα κερδίσει τις εκλογές του 1928, με 223 έδρες από τις 250. Εχει επιστρέψει συμβιβαστικός για να γεφυρώσει το χάσμα του διχασμού και είχε στόχο τον αστικό εκσυγχρονισμό. Η τετραετία του θα είναι περίοδος κοινοβουλευτικής ομαλότητας.

Τα επιτακτικότερα προβλήματα είναι το προσφυγικό και η σταθεροποίηση της δραχμής που η αξίας της είχε πέσει στο δέκατο πέμπτο της προπολεμικής. Η φορολογική επιβάρυνση παραμένει δυσβάστακτη. Σε σχέση με την προπολεμική έχει αυξηθεί κατά 37 φορές.

Από το 1924 μέχρι το 1930 εισέρρευσαν στην Ελλάδα 1,16 δισ. χρυσά φράγκα, εκ των οποίων το 78% ήταν δάνεια.17

Την περίοδο 1924-1931 συνομολογήθηκαν εννιά εξωτερικά δάνεια, συνολικά 992 εκ. φρ. ή 14,9 δισ. δρχ. 18 Τα δάνεια αυτά προήλθαν από την Αγγλία κατά 48%, τις ΗΠΑ κατά 31% και τα υπόλοιπα σε μονοψήφια ποσοστά από Βέλγιο, Σουηδία, Γαλλία, Ολλανδία, Ελβετία, Αίγυπτο και Ιταλία.

Τα δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για την αποκατάσταση των προσφύγων, την εξυπηρέτηση του εξωτερικού δανεισμού, τη σταθεροποίηση της δραχμής και παραγωγικά.

Την ίδια περίοδο η εξυπηρέτηση του εξωτερικού δανεισμού απορροφούσε το 29% των τακτικών εσόδων.

Συνολικά την περίοδο 1824-1932 είχαμε δανεισθεί από το εξωτερικό 2,2 δισ. χρ. φρ. Μέχρι το 1932 είχαμε αποσβέσει 2,38 δισ. χρ. φρ. δηλαδή 183 περισσότερα απ’ όσα είχαμε δανεισθεί και πάλι χρωστούμε 2 δισ. χρ. ερ.

Το 1932 είχαμε την τέταρτη πτώχευση.

Μέχρι το 1945 δεν θα υπάρξει νέος εξωτερικός δανεισμός ενώ θα παγώσει, λόγω παγκόσμιας κρίσης, η εξυπηρέτηση τωνπαλαιών.

Γ. 1946-1966 Ανασυγκρότηση και ανάπτυξη

Πρώτο μέλημα της χώρας η ανασυγκρότηση της από την κατοχική καταστροφή που είχε φθάσει 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946.

Το δεύτερο πρόβλημα ήταν ο εμφύλιος και το τρίτο οι υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες, οι μεγαλύτερες στη Δυτ. Ευρώπη 19 και που έφθαναν στο 27,5% των συνολικών εξόδων.

Τα προβλήματα μέχρι το 1952-53 θα τα αντιμετωπίσουν συνολικά 18 κυβερνήσεις που θα προχωρήσουν σε οκτώ υποτιμήσεις. Κατά μέσο όρο κάθε 5,5 μήνες και άλλη κυβέρνηση και κάθε χρονιά και υποτίμηση.

Το δημ. χρέος (στο εξής Δ.Χ.) συντίθεται από το προπολεμικό και το μεταπολεμικό. Το προπολεμικό, μέχρι το 1962 ήταν υπερτριπλάσιο του μεταπολεμικού. Στο προπολεμικό ΔΧ το 90% καταλάμβανε ο προπολεμικός εξωτερικός δανεισμός.

Την περίοδο 1962-67 οι ελληνικές κυβερνήσεις θα διακανονίσουν το 97% του προπολεμικού εξωτερικού Δ.Χ., το οποίο μαζί με τους τόκους ανερχόταν στα 6,41 δισ. δρχ.

Μέχρι το 1955 η Ελλάδα είχε συνάψει μόνο τρια εξωτερικά δάνεια, συνολικά 145 εκ. δολ. Στη συνέχεια θα συνάψει άλλα 28 εξωτερικά, συνολικά 406,4 εκ. δολ.

Ο μετακατοχικός δανεισμός προήλθε κατά 58,4% από τις ΗΠΑ, κατά 19% από τη Δυτ. Γερμανία και κατά 14,36% από την Αγγλία. Τα υπόλοιπα από διεθνείς οργανισμούς.

Για την εξυπηρέτηση του μετακατοχικού εξωτερικού δανεισμού η Ελλάδα κατέβαλε το 128% της δανειακής προσόδου που λογιστικά είχε πάρει!

Δ. Δικτατορία, 1967-1974

Περίοδος υπέρογκου εσωτερικού δανεισμού, ο οποίος και τετραπλασιάσθηκε. Αντίθετα ο εξωτερικός δανεισμός σημειώνει μικρή αύξηση.

Συνολικά 19 εξωτερικά δάνεια, μόλις στο 6,4% του νέου Δ.Χ. εξ αυτών το 92,2% ήταν σε δολ., ενώ η αγγλική λίρα απουσίαζε.

Την περίοδο αυτή εμφανίζονται τα δάνεια σε συνάλλαγμα.

Πρόκειται για δάνεια εργοληπτικών εταιρειών, τα οποία έπαιρναν από το εξωτερικό, υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Στη συνέχεια τα παραχωρούσαν στο Ελληνικό Δημόσιο προς εκτέλεση δημοσιων εργων, με ανάδοχους τις εν λόγω εταιρείες. Συνολικά συνομολογήθηκαν 59 τέτοια δάνεια. Προφανώς το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι ο δανειολήπτης, έτσι δεν θεωρείται εξωτερικός δανεισμός. Στο νέο Δ.Χ. ο δανεισμός σε συνάλλαγμα αντιπροσώπευε το 23,6%.

Ε. Μεταπολίτευση 1975-1981

Το προπολεμικό εξωτερικό Δ.Χ., λόγω του διακανονισμού 1962-67 βαίνει συνεχώς μειούμενο. Από το 4% του συνολικού Δ.Χ. το 1974 θα πέσει το 1981 στο 0,6%.

Ο μεταπολεμικός εξωτερικός, κατά μέσο όρο, στο 3,9% των τακτικών εσόδων.

Συνολικά έχουμε 24 εξωτερικά δάνεια. Τρια από την γαλλική κυβέρνηση και τα υπόλοιπα απο διεθνείς οργανισμούς και τράπεζες. Κυριαρχία του δολαρίου και απουσία της αγγλικής λίρας.

Η επιδείνωση του Δ.Χ. προέρχεται από την αύξηση του εσωτερικού δανεισμού.

Στ. 1981-1989

Μετά το 1974 ο δημόσιος τομέας διευρύνεται εντυπωσιακά.

Μεταξύ 1978-87 οι απασχολούμενοι στην κεντρική διοίκηση -ΔΕΚΟ από 300.000 θα αυξηθούν σε 460.000. Μαζί δε με τις δημόσιες τράπεζες, προβληματικές και τις ελεγχόμενες από το Δημόσιο επιχειρήσεις θα φθάσουν τις 640.000.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπ. Οικονομικών και εισηγητικές εκθέσεις επί του προϋπολογισμού, τα ελλείμματα του ευρύτερα δημόσιου τομέα, από το 13,4% επί του ΑΕΠ το 1981 θα φθάσουν το 1989 στο 26,1%. Τα ελλείμματα θα καλυφθούν κατά 106% από τον δανεισμό.

Το 1985 η Ελλάδα ήταν παγκόσμια πρώτη στο κατά κεφαλήν Δ.Χ. Το Δ.Χ. είχε αρχίσει να προσδιορίζει την ύπαρξη της οικονομίας και όχι την ανάπτυξή της.

Το διάστημα 1982-89, κατά μέσο όρο, η συνολική εξυπηρέτηση του Δ.Χ. κάλυψε το 33,61% των τακτικών εσόδων της ίδιας περιόδου. Μεταξύ το 1975-87 συνομολογήθηκαν 18,4 δισ. δολ. εξωτερικών δανείων, εκ των οποίων το 81% διετέθει για την εξυπηρέτηση των δανείων.

Η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό έγινε για έργα συγκοινωνιακής, αγροτικής και αστικής υποδομής. Ένα, το 1982, για την αποκατάσταση των ζημιών από τους σεισμούς στην Καλαμάτα το 1981 και ένα για την υποστήριξη του ισοζυγίου πληρωμών.

Προφανώς μετά το 1824 ο εξωτερικός δανεισμός είχε γίνει έσοδο τακτικό και έξοδο υπέρβαρο.

Ζ. 1974-2008

α. εξωτερικό Δ.Χ

1990 2.452,4 δισ. δρχ.

1993 5.236,8 δισ. δρχ.

2004 2.503 εκ. ευρώ

2008 1.632 εκ. ευρώ

β. Δ.Σ. ποσοστό του ΑΕΠ

1974 22,5% του ΑΕΠ

1981 31,2% του ΑΕΠ

1987 56,1% του ΑΕΠ

1990 80,7% του ΑΕΠ

1993 111,6% του ΑΕΠ

2004 108,5% του ΑΕΠ

2008 97,16% του ΑΕΠ

Πηγές Απολογισμοί ελληνικού κράτους

Στατιστικά Δελτία Τράπεζας της Ελλάδος

1. Την ίδια εποχή η Αγγλία είχε δανείσει σε χώρες της Λατινικής Αμερικής 18,5 εκ. λίρες στερλίνες (λ.σ.), αλλά οι δανειολήπτες “πήραν στο χέρι” 11 εκ., δηλαδή το 60% των όσων χρεώθηκαν.

2. Την εποχή εκείνη 1 λ.σ.=25,01 γ.φ.

3. Καν. Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, Τ2, σ. 210

4. Π. Παπατσώνης, Απομνημονεύματα, σ. 79

5. Αμβρ. Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας…, Τ2, σ. 295 σημ. 1

Αρχεία Ελληνικής Επανάστασης, Τ4, σελ. 456 Prokes Osten, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Τ1, σελ. 439

6. Κ. Παπαρρηγόπουλος, σ. 167

Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματ, σ. 181

7. Μιχ. Οικονόμου, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Τ2, σ. 25 Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Τ2, σ. 260 σημ. 1

8. Κ. Παπαρρηγόπουλος, σ. 171

9. Φωτάκος, Απομνημονεύματα, Τ2, σ. 293

Αρχεία Ελληνικής Επανάστασης, Τ4, σ. 244

Θ. Ρηγόπουλος, Απομνημονεύματα, σ. 41

Ι. Ορλάνδος, Ο Ορλάνδος απολογούμενος ενώπιον του κοινού, σ. 46

10. Θ. Ρηγόπουλος, ο.π., σ. 41

11. Γ. Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, χειρόγραφο Β., σ. 74

Θ. Ρηγόπουλος, σ. 168, Γ. Κρέμος, Νεοτάτη Γενική Ιστορία, σ. 1020-1021

Ανασ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, Τ7, σ. 56

Ν. Βλάχος, Ιστορία της Ελλάδος, σ. 27-28

Α. Σκανδάμης, Η. Τριαντακονταετία της βασιλείας του Όθωνα, σ. 520

Σ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεοτέρας Ελλάδος, Τ2, σ. 42

12. Σπ. Κορώδης, Η εργατική πολιτική των ετών 1909-1918, σ. 14

Ξ. Ζολώτας, Η Ελλάδα στο στάδιο της εκβιομηχανήσεως, σ. 108

13. Λ. Κορομηλάς, Εισηγήσεις επί του προϋπολογισμού του 1912, Δελτίο Υπ. Οικονομικών 1912, σ. 283. 284.

Αθ. Ευταξίας, Ενώπιον του Οικονομικού Αδιεξόδου, σ. 51 Εφημ. Συζητήσεων Βουλής 12.12.1911, σ. 1363, 1364

14. Αρ. Θεοδωρίδης, Η Επανάστασις και το έργο αυτής σ. 132, 135, 137

Κ. Οικονόμου, Σκέψεις επί της καταστάσεως, σ. 7,48

Ν. Ζορμπάς, Απομνημονεύματα, σ. 17, 124-125

Θ. Πάγκαλος, Απομνημονεύματα, Τ1, σ. 92-93

Σ. Μελάς, Η Επανάστασις του 1909, σ. 201

Α. Ανδρεάδης, Έργα, Τ2, σ. 545

15. Αθ. Ευταξίας, Το οικονομικόν πρόβλημα και το εθνικόν μας μέλλον, σ. 46

Πρακτικά Β Βουλής 17.12.1914

16. Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, Τ5, σ. 461 σημ. 1

Ν. Καστρινός, Αλ. Παπαναστασίου, σ. 153

17. Ηλιαδάκης, Δανεική Κοινωνικοποίηση (διδακτορικό), σ. 311

18. Ηλιαδάκης, ο.π., σ. 313-314

19. Νέα Οικονομία, Τ6, 1950

Γ. Καρτάλης, Εισηγητική έκθεση επί του προϋπολογισμού 1950-51, σ. 19-20

Χρ. Ευελπίδης, Εισηγητική 1952-53, σ. 4, 43

Σ. Λιναρδάτος, Από τον Εμφύλιο στην Χούντα, Τ2, σ. 57.

* Ο Τάσος Μ. Ηλιαδάκης είναι μαθηματικός, πολιτειολόγος, Δρ. Κοινωνιολογίας, καθηγητής Σχολής Εθνικής Ασφάλειας
Πηγή:Patris.gr

h1

Το άλογο και τα παράλογα του Καλιγούλα

Οκτωβρίου 31, 2009


Η καλίγα (caliga, σαν αυτήν που εκτίθεται στο Γαλλικό Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο) ήταν το σανδάλι των Ρωμαίων στρατιωτών (αποκεί βγαίνει και το «καλιγώνω», πεταλώνω — και ο τετραπέρατος «καλιγώνει και ψύλλο»). Ο Γάιος Καίσαρ Γερμανικός μεγάλωσε στα στρατόπεδα, ανάμεσα στους λεγεωνάριους του πατέρα του, που του κόλλησαν το παρατσούκλι Caligula (Παπουτσάκη θα τον έλεγαν στην Κρήτη ). Με αυτό το όνομα έμεινε στην ιστορία ο κατοπινός αυτοκράτορας, ο γνωστός για τα παρανοϊκά καμώματά του.

Ανάμεσα στα διάφορα καμώματα του Καλιγούλα, του κόλλησαν και τη βρόμα ότι έκανε συγκλητικό το άλογό του (τον «ακάθεκτο» Incitatus). Η μοναδική πηγή για το μύθευμα φαίνεται να είναι ο ιστορικός Σουητώνιος, ο οποίος, στους Βίους των Καισάρων, γράφει, δύο γενιές μετά τα χρόνια του Καλιγούλα (Suetonius, De vita Caesarum, μετάφραση από εδώ):

The day before the Circensian games, he used to send his soldiers to enjoin silence in the neighbourhood, that the repose of his horse Incitatus might not be disturbed. For this favourite animal, besides a marble stable, an ivory manger, purple housings, and a jewelled frontlet, he appointed a house, with a retinue of slaves, and fine furniture, for the reception of such as were invited in the horse’s name to sup with him. It is even said that he intended to make him consul. (Στο πρωτότυπο: consulatum quoque traditur destinasse)

Ξέρουμε ότι ο Σουητώνιος διάνθιζε τις ιστορίες του με διάφορα παραμυθάκια και ο Καλιγούλας ήταν ένας πρόσφορος στόχος, οπότε πάλι καλά που κάνει κι αυτή την ουδέτερη διατύπωση, «λέγεται ότι το προόριζε για ύπατο» (consul = ύπατος, senator = συγκλητικός). Ξέρουμε ότι οι ύπατοι ήταν οι ανώτατοι αξιωματούχοι, πάνω από τους συγκλητικούς, με τους οποίους ο Καλιγούλας βρισκόταν σε διαρκή διαμάχη, οπότε δεν αποκλείεται να έκανε τέτοια σχέδια για το άλογό του, μια και τους ανθρώπους ούτε τους αγαπούσε ούτε τους εμπιστευόταν.

Πολύ αργότερα, ο ακόμα πιο ανακριβής Δίων ο Κάσσιος γράφει: One of the horses, which he named Incitatus, he used to invite to dinner, where he would offer him golden barley and drink his health in wine from golden goblets; he swore by the animal’s life and fortune and even promised to appoint him consul, a promise that he would certainly have carried out if he had lived longer. (Η τελευταία πρόταση πρέπει να διδάσκεται σαν παράδειγμα γραφής ιστορίας προς αποφυγήν.)

Δεν έκανε συγκλητικό το άλογό του ο Καλιγούλας. Λέγεται ότι απειλούσε ότι θα το ανακηρύξει ύπατο — αυτό μόνο μπορούμε να πούμε.

h1

H IEΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ TΟY ΓΡΗΓΟΡΙΟY Ε΄

Οκτωβρίου 21, 2009

Λογοκρισία, κάψιμο βιβλίων, αφορισμοί και
διώξεις διαφωτιστών λίγο πριν την Επανάσταση.

Eξειδικευμένη στα θέματα της παραγωγής και της διακίνησης του βιβλίου η νέα σκληρή έναντι των διαφωτιστών πολιτική του Πατριαρχείου κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους εκφράστηκε με ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο και με συγκεκριμένα μέτρα, που εφαρμόστηκαν. Το σχέδιο διατυπώθηκε στην «Απανταχούσα», που δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 1820, για να εξαγγείλει την ανακαίνιση -δήθεν- του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, αλλά στην πραγματικότητα στόχευε κάθε νέα έκδοση να γίνεται εκεί, ώστε να ελέγχεται πλήρως η πνευματική κίνηση. Τα μέτρα μορφοποιήθηκαν με την επιβολή λογοκρισίας στα βιβλία που κυκλοφορούσαν στην Κωνσταντινούπολη, με δημόσιο κάψιμο ορισμένων από αυτά, αλλά και με αφορισμούς και διώξεις των διαφωτιστών.

«Η κλεις της τυπογραφίας ευρίσκεται εν χερσί βασιλέως»

Η σκλήρυνση της πολιτικής της Εκκλησίας απέναντι στους διαφωτιστές είχε αποτυπωθεί με χαρακτηριστικό τρόπο στην πατριαρχική εγκύκλιο του Μαρτίου 1819, η οποία αντιτίθετο στη διδασκαλία των Επιστημών, στα Μαθηματικά και στη συνήθεια να βαπτίζονται τα παιδιά με αρχαιοελληνικά ονόματα. Το κείμενο αυτό, ένα από τα πρώτα που υπέγραψε ο Γρηγόριος Ε΄ στην τρίτη πατριαρχία του, παρέσχε το θεωρητικό πλαίσιο και αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης για τις ενέργειες, που οργανώθηκαν εναντίον των νεωτεριστών τα επόμενα έως την Επανάσταση χρόνια.


Το εξώφυλλο της «Απανταχούσας», η οποία αποσκοπούσε στον έλεγχο της πνευματικής προεπαναστατικής ζωής από το Πατριαρχείο· εκδόθηκε μερικούς μόλις μήνες πριν την Επανάσταση. Ονομάστηκε έτσι, γιατί στον τίτλο της γραφόταν: «Τοις απανταχού ευρισκομένοις…».

Η «Απανταχούσα», που κυκλοφόρησε με μορφή φυλλαδίου, ήταν ένα φαινομενικά αντιφατικό κείμενο. Αποτελούσε την έκφραση της νέας αντίληψης, που διαμορφώθηκε στους εκκλησιαστικούς κύκλους αναφορικά με τα θέματα της παιδείας: προσαρμογή στις νέες πραγματικότητες και αυστηρός έλεγχός τους. Έδειχνε να ενσωματώνει, στο επίπεδο της ονοματολογίας τουλάχιστον, στοιχεία της ιδεολογίας του Διαφωτισμού και από την άποψη αυτή έδινε την εντύπωση, ότι δεν εναρμονιζόταν σε όλα τα σημεία με το αυστηρό πλαίσιο που καθόριζε η Εγκύκλιος του 1819.

Τα στοιχεία ακριβώς του ελέγχου της πνευματικής ζωής, όπως διατυπώνονταν στην «Απανταχούσα», ήταν εκείνα που προκάλεσαν την προσοχή και τις αντιδράσεις των φιλελεύθερων διανοουμένων. Οι αυταρχικές αντιλήψεις για τις αρχές που πρέπει να διέπουν την καλή λειτουργία της τυπογραφίας («η κλεις της τυπογραφίας ευρίσκεται εν χερσί βασιλέως»), συνδυάζονταν με πολύ σαφείς προδιαγραφές για τα κείμενα, που θα μπορούσαν να εκδίδονται στο πατριαρχικό τυπογραφείο:

«Να καρπούμεθα τα εκ της τυπογραφίας καλά, να αποφεύγωμεν παν ο,τι δύναται να συσκιάση την λαμπρότητα της ακραιφνούς ημών υποταγής (στο σουλτάνο) δια της εκδόσεως βιβλίων αντιφρονούντων.» Μία παράγραφος της «Απανταχούσας» έδειχνε εύγλωττα στους σύγχρονους, ποιά ήταν τα όρια, μέσα στα οποία μπορούσε να κινηθεί η «Τυπογραφία του Γένους»: «Ζήτω ο Γαληνότατος και Κραταιότατος ημών ΑΝΑΞ, η Κορωνίς των προκατόχων αυτού Μεγάλων Βασιλέων· ο ακριβής φύλαξ της Δικαιοσύνης και Επιείκειας· ο ευσπλαχνικώτατος και ηρωικώτατος ΣΟΥΛΤΑΝ ΜΑΧΜΟΥΤ Β΄. Είη το κράτος αυτού διαιωνίζον και θριαμβεύον κατά πάντων των εναντίων» (σελ. 13).

Κάποιες άλλες διατυπώσεις έδειχναν, ποιούς ανάμεσα στους Έλληνες διανοούμενους θεωρούσε ο συντάκτης της «Απανταχούσας» αντιπάλους της κατευθυνόμενης από την Εκκλησία προσπάθειας: «Κατασιγάσθωσαν, όσοι δι’ απειροκαλίαν και γνώμης μοχθηρίαν τολμώσι και καθάπτωνται των εκκλησιαστικώς και πολιτικώς του Γένους προϊσταμένων.» Αυτοί κατονομάζονταν και πιο συγκεκριμένα στην τελευταία φράση του κειμένου: «Τινές των εν Ευρώπη καθ’ ημετέραν ατυχίαν ομογενών.»

Παράλληλα με όλα αυτά υπήρχε στην «Απανταχούσα» η υποτύπωση ενός ευρυτέρου σχεδίου: Να συγκεντρώνεται στο ανακαινισμένο πατριαρχικό τυπογραφείο η παραγωγή του συνόλου των βιβλίων, που εκδίδονταν από τους Έλληνες συγγραφείς και μεταφραστές. Τα σχετικά επιχειρήματα ήταν διατυπωμένα με τρόπο, που φανέρωνε δήθεν πατριωτισμό και φροντίδα για τη δόξα του Γένους.

Οι οπαδοί του Διαφωτισμού, που είχαν πολλούς λόγους να δυσπιστούν απέναντι σε πρωτοβουλίες αυτού του είδους, απάντησαν αμέσως, ότι Κωνσταντινούπολη δεν είναι όλη η Ελλάδα, ότι τυπογραφεία υπάρχουν πια και στη Χίο και στις Κυδωνίες (Αϊβαλί) και ότι πίσω από την πρόσκληση της «Απανταχούσας» κρυβόταν η πρόθεση να συγκεντρωθούν οι τυπογραφικές δραστηριότητες στην Κωνσταντινούπολη, για να μπορούν να λογοκρίνονται ευκολώτερα.

Οι αντιδράσεις στο κείμενο και στα σχέδια της «Απανταχούσας» προήλθαν κυρίως από τους Κοραϊκούς κύκλους και υπήρξαν εξαιρετικά έντονες. Η έκδοσή της αγγέλθηκε και σχολιάστηκε ειρωνικά από τους εκδότες του «Λόγιου Ερμή» τον Αύγουστο του 1820. Λίγους μήνες αργότερα το περιοδικό «Μέλισσα» αναδημοσίευσε ολόκληρη την «Απανταχούσα» και την στηλίτευσε με δριμύτητα σχεδόν φράση προς φράση, ειδικά για την «τρομακτικήν απεραντολογίαν» και «την ηλιθίαν και δουλικωτάτην υποταγήν», που χαρακτηρίζουν τον συγγραφέα του φυλλαδίου. Αλλά το πραγματικό αντικείμενο της διαμάχης αναδείχθηκε, φωτίζοντας τις δύο διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις που αντιπαρατέθηκαν, όταν αναιρέθηκε η διατύπωση της «Απανταχούσας», ότι «κλεις της τυπογραφίας κείται εν χερσί βασιλέως»:

«Η κλεις (της τυπογραφίας) κείται όχι εν χερσί βασιλέως, αλλά εν χερσί νόμων, και εν χερσί κάθε πολίτου, δια να γράφη και να φρονή ο,τι θέλει κατά το δικαίωμα της φυσικής ελευθερίας, παιδευόμενος από τους υπερασπιστές της πολιτείας νόμους μόνον αν βλασφημήση η συκοφαντήση, και όχι αν γράψη πάσαν αλήθειαν και πειράξη την αμέλειαν η αδικίαν του δείνος η δείνος προύχοντος, επισκοπών τα δημόσια πράγματα… Ο βασιλεύς ούτε εφρόντισε ποτέ ούτε φροντίζει περί τυπογραφίας και μάλιστα αλλογλώσσου, ούτε ηξεύρει αν έχη κλείδα η όχι, αλλά χωρίς να την ζητήση, του την χαλκεύουν και την προσφέρουν αβούλως υποβασιλίσκοι υποβασιλέων πενθιμοσχήμονες· ενώ ημπορούσαν να φωτίσουν τον λαόν με ήσυχον άνεσιν, αυξάνουσι την βαρύτητα του ζυγού του, και με πρόφασιν πατρικής οδηγίας διαιωνίζουν την τυφλότητα του έθνους των. Η αλήθεια εφυγαδεύθη από εκεί. Εκεί η υπόκρισις θριαμβεύει, αναθεματίζεται το ελεύθερον φρόνημα, καίονται τα φύλλα και μένουν τα πράγματα.» (Περιοδικό «Μέλισσα», τ. Γ , σελ. 268-269.)

Αρχές του 1821 σε ένα ανώνυμο διάλογό του ο Κοραής ανανέωσε την αποδοκιμασία του για το φυλλάδιο και τον συγγραφέα του. («Ερμής ο Λόγιος», 1821, σελ. 20.)

Τα ψαλίδια της λογοκρισίας του Γρηγορίου Ε΄

Το Πατριαρχείο όμως δεν σταμάτησε εκεί, αλλά προχώρησε και σε επιβολή λογοκρισίας στα βιβλία. Η αρχή είχε γίνει με την έκδοση την άνοιξη η το καλοκαίρι του 1820 «πατριαρχικής προσταγής» προς τους βιβλιοπώλες της Κωνσταντινούπολης «να μην πωλούν κανέν βιβλίον», εάν δεν έχη πρώτα υποβληθεί σε εκκλησιαστικό έλεγχο. Την ευθύνη για τον έλεγχο της ορθοδοξίας των βιβλίων την είχε ο σιναΐτης ηγούμενος Ιλαρίων. Οι αρμοδιότητες του είχαν ανατεθεί από τον Γρηγόριο Ε΄ κατὰ τη διάρκεια της τρίτης πατριαρχίας του.

«Ο Άγιος Μουλαρίων (σ.σ. Ιλαρίων) ενήργησε να δοθή πατριαρχική προσταγή εις τους βιβλιοπώλας να μη πωλούν κανέν βιβλίον, πριν το δείξωσιν εις την Πανοσιότητά του. Η Ιnquisition (σ.σ. Ιερά Εξέταση) είναι τώρα τελεία. Τίποτε εις την Κωνσταντινούπολιν δεν ημπορεί να τυπωθή, μήτε να πωληθή, εάν δεν προεξετασθή από τον Ιλαρίωνα. Ελπίζω, ότι με όλας τας υποσχέσεις του θεωρού της τυπογραφίας σοφού Ιλαρίωνος, κανείς λόγιος, άξιος τούτου του ονόματος, δεν θέλει στέρξει να παραδώση το σύγγραμμά του εις τα ψαλίδια της παμμιαρότητός του.» (Επιστολή Νικ. Πίκκολου, Εθνική Βιβλιοθήκη, τμήμα χειρογράφων, Αρχείο Θ. Φαρμακίδη, φακ. 36.)

Στην προσταγή αυτή αναφέρθηκε κι ο Κωνσταντίνος Κούμας γράφοντας: «Τα βιβλία εξωτερικά και εσωτερικά καθυπεβλήθησαν εις αυστηρόν λογοκριτήν με δικτατορική ισχύ εις τον πρώην σιναΐτην Ιλαρίωνα, ειδήμονα της Ελληνικής Γλώσσης, επιθυμούντα να αρχιερατεύση.» Ο Ιλαρίων «περιέρχεται τα βιβλιοπωλεία της Κωνσταντινουπόλεως, δια να ιδή, μήπως ήλθε κανένα βιβλίον· όσα δεν συμφωνούσι με το πνεύμα της αγυρτείας, τα δημεύει εκ μέρους του Πατριάρχου, τα κακοεξηγεί, δια να παραδοθώσιν εις το πυρ».

Είχε ωργανωθεί λοιπόν κανονική παρακολούθηση των βιβλιοπωλείων, δήμευση των βιβλίων, που θεωρούνταν ύποπτα, γνωμοδότηση για τα κακόδοξα έντυπα και καταδίκη τους. Υπήρχε μια διαδικασία και μία νομότυπη κάλυψη του λογοκριτή Ιλαρίωνα, ο οποίος δεν λειτουργούσε βέβαια αυθαίρετα, αλλά μέσα στα πλαίσια, που του είχε ορίσει ο Γρηγόριος Ε΄.

Βιβλία στις φλόγες στην αυλή του Πατριαρχείου

Στο ανώνυμο μαχητικό φυλλάδιο με τίτλο «Οι στοχασμοί του Κρίτωνος» είχαν εκφρασθεί με σαφήνεια το 1819 τα ζητούμενα της δημοκρατικής και της αντικληρικής πτέρυγας του Διαφωτισμού: «Η ιερά δεσποτεία των νόμων, οι οποίοι, όντες κανόνες συμφωνημένοι από όλους δια τα δίκαια όλων, προστατεύουν με ισότητα όλους» (έκδοση Δ.Σ. Γκίνη, σελ. 147) είναι το πρώτο ζητούμενο· το δεύτερο, ο περιορισμός του Κλήρου στα αυστηρώς εκκλησιαστικά του καθήκοντα: «Όπου το ιερατείον επικρατεί, αντί να τρέξη η ευδαιμονία»… «αργοπορεί, περιορίζεται η και απομακρύνεται. Και εξεναντίας»… «όπου οι εντόπιοι έχουν αρκετήν γνώσιν δια να περιορίσουν τον αρχιερέα εις τα της Εκκλησίας και των ευλογιών και να πάρουν αυτοί την διεύθυνσιν των κοινών, εκεί διαφαίνεται η δικαιοσύνη, η φιλανθρωπία»… «και ο αρχιερεύς αντί να σύρη, σύρεται από το κοινόν πνεύμα» (σελ. 149).

Η αντίδραση στην Κωνσταντινούπολη ήταν άμεση και αποδόθηκε πάλι στον σιναΐτη Ιλαρίωνα: Το βιβλίο παραδόθηκε στις φλόγες «δημοσίως», «μέσα εις την αυλήν του Πατριαρχείου», κατ’ εντολή του Γρηγορίου Ε΄ (επιστολή Στ. Κανέλλου στον Κ. Iken, 4 Φεβρουαρίου 1822, Κ. Ιken, Leukothea, τ. Α , 1825, σελ. 9 και Ανδρ. Δημητρακόπουλου, Επανορθώσεις, σελ. 51).

Το γεγονός είναι επίσης καταγραμμένο σε επιστολή του Π. Κορδικά (20 Νοεμβρίου 1820), ο οποίος έγραφε: «Εις την Κωνσταντινούπολη έκαυσαν δημοσίως μίαν νεωστί εκδοθείσαν φυλλάδα. Δεν γνωρίζω το σύγγραμμα, ούτε ηξεύρω ποίος είναι ο συγγραφεύς. Συμπεραίνω όμως, ότι είναι φιλοσοφικόν, καθ’ ότι ο εξ Αριμαθείας μυστικοαπόστολος Πολυχρονιάδης περιερχόμενος εσχάτως την Γερμανίαν και Ολλάνδα μοι έγραψεν, ότι εκ των αντιφιλοσοφικών συγγραμμάτων μου έλαβαν οι παπάδες τόσον θάρρος, ώστε ετόλμησαν δημοσίως να κάψουν σύγγραμμα φιλοσοφικόν, αποτεινόμενον εις την Παλιγγενεσίαν του Γένους.» (Φ. Κ. Μπουμπουλίδη, Ανέκδοτοι επιστολαί του Παν. Κοδρικά, σελ. 87.) Η χρονολογία βοηθά, για να ταυτίσουμε την «φυλλάδα» με τους Στοχασμούς του Κρίτωνος.

Η «Μέλισσα» (τ. Γ΄, σ. 306-312) δημοσίευσε περίληψη των «Στοχασμών του Κρίτωνος», τιτλοφορημένη: «Επιτομή του γενναίου και ωφελίμου πονήματος, του εγγραφομένου Στοχασμοί του Κρίτωνος, του κατακαυθέντος εν τω Πατριαρχείω της Κωνσταντινουπόλεως, περί τω αωκ΄ (1820) έτος το σωτήριον, δια συνεργίας του μιαρού προδότου Ιλαρίωνος.»

Αφορισμοί Ελλήνων, που εξέδιδαν φιλελεύθερα συγγράμματα

Από τον Ιωάννη Φιλήμονα γνωρίζουμε, ότι γύρω στα 1820, παραμονές της Επανάστασης υπήρξαν επώνυμοι αφορισμοί από τον πατριάρχη, Ελλήνων, που είχαν δημοσιεύσει «εν τη αλλοδαπή» φιλελεύθερα συγγράμματα. Ο Ιωάννης Φιλήμων ήταν καλά πληροφορημένος για τα πράγματα της προεπαναστατικής Κωνσταντινούπολης, δεδομένου ότι εργαζόταν εκείνη την εποχή στο Πατριαρχικό Τυπογραφείο (περ. «Πανδώρα», τ. ΙΘ , 1867, σελ. 213, Ι.Κ. Μαζαράκη, Αινιάνος, «Τα Ελληνικά Τυπογραφεία του Αγώνος 1821-1827», Αθήνα 1970 και Δ. Ειρηνίδη, «Ομιλίαι περί του εφευρέτου της τυπογραφικής τέχνης Ι. Γουτεμβέργιου», Αθήνα, 1876, σελ. 22).

Γράφει ο Ιωάννης Φιλήμων: «Με εγκυκλίους παρά του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως αφωρίζωντο οι εν τη αλλοδαπή εκδίδοντες φιλελεύθερα συγγράμματα Έλληνες, εν οις ωνομάζοντο ρητώς άλλοι τε και ο εν Παρισίοις Πίκκολος» (Ιωάννης Φιλήμων, «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», τ. Α΄, Αθήνα 1859, σελ. 97).

«Να φονευθώσιν οι φροντίζοντες την επανόρθωσιν της πατρίδος»

Στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα των χρόνων εκείνων διατυπώθηκε από τον Ν. Πίκκολο σοβαρή κατηγορία, ότι στην Κωνσταντινούπολη αντιμετωπίστηκε το ενδεχόμενο να οργανωθεί η δολοφονία προοδευτικών λογίων. Ο Πίκκολος μετέγραψε σε εισαγωγικά (άρα κατά τεκμήριο αυτολεξεί) στην επιστολή του, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, για τον Ιλαρίωνα, ότι «έδωκε γνώμην να παιδευθούν με ποινήν θανάτου πέντε εξ από τους θέλοντας να ενσπείρουν επανάστασιν, δια να σωφρονισθούν οι άλλοι». «Έδωκε γνώμην», εισηγήθηκε δηλαδή, στον πατριάρχη η στη Σύνοδο, αρμόδιες αρχές γι’ αυτά τα ζητήματα.

Η φήμη ότι το Πατριαρχείο αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να οργανώσει την φυσική εξόντωση εκπροσώπων του Διαφωτισμού στις τουρκοκρατούμενες περιοχές είχε, φαίνεται, κυκλοφορήσει αρκετά στα 1820-1821, και, μία τουλάχιστον φορά είχε φτάσει ως την έντυπη δημοσιότητα.

Ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της σύγχρονης Ελλάδας, που ασχολήθηκε σε βάθος με το νεοελληνικό Διαφωτισμό, ήταν ο Φίλιππος Ηλιού. Στο βιβλίο του με τον σατιρικό τίτλο «Τύφλωσον, Κύριε, τον λαόν σου» περιγράφεται η σκλήρυνση της στάσης του Πατριαρχείου τα τελευταία δύο-τρία πριν την Επανάσταση χρόνια, που εκφράστηκε με συνολικά επιθετική πολιτική, η οποία είχε σα στόχο την εξουδετέρωση των κέντρων του Διαφωτισμού και τον έλεγχο των πνευματικών δραστηριοτήτων, που ανέπτυσσαν οι φορείς των νέων ιδεών.

Στον τρίτο τόμο της «Μέλισσας» (σελ. 274-275, 1821) καταχωρίσθηκε επιστολή της 25ης Αυγούστου 1820· εκεί, μιλώντας για τον Ιλαρίωνα, ο επιστολογράφος σημείωνε «το προς τον σοφόν γέροντα και τους φίλους αυτού άσπονδον μίσος του. Πιστεύεις, φίλε, ότι παρακινεί τον Π. να συνεργήση δια να εξοδευθώσι του κοινού αρκετά γρόσια, δια να κατατρεχθώσι, και, ει δυνατόν, να φ…θώσιν οι φροντίζοντες την επανόρθωσιν της πατρίδος;». Σοφός γέρων ήταν βέβαια ο Κοραής, Π. ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ και τα αποσιωπητικά του «φ…θώσιν» δεν ήταν αρκετά, για να καλύψουν το ρήμα και το νόημα: «Να φονευθώσιν οι φροντίζοντες την επανόρθωσιν της πατρίδος.»

Έχουμε έτσι για το θέμα των φόνων δύο ενδείξεις από πηγές, που δείχνουν και που πρέπει να είναι πολύ συγγενικές, αλλά οι οποίες οπωσδήποτε δεν είναι ταυτόσημες. Σ’ αυτές μπορούμε να προσθέσουμε μία ακόμη, κάπως διαφορετική, προερχόμενη από τον ίδιο τον Κοραή.

Ο Κοραής παρακολουθούσε με μεγάλη ανησυχία τις ενέργειες που υποκινούσε ο μητροπολίτης της Χίου και ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, προκειμένου να εξουδετερωθεί το Γυμνάσιο της Χίου και ο διευθυντής του Νεόφυτος Βάμβας. Πολλούς μήνες μετά την Επανάσταση, στις 21 Δεκεμβρίου 1821, πληροφορούσε τον φίλο του Ιάκωβο Ρώτα: «Έμαθες ίσως ότι ο Βάμβας ζη παρά πάσαν ελπίδα· ολίγον έλειψε, φίλε μου, να του σηκώση την ζωήν ο κατιμερτζής (ισοδύναμο του πλακουντοπώλης· αφορά στον Γρηγόριο Ε΄), του οποίου ίσως την ώραν ταύτην ασπάζονται τα λείψανα και επικαλούνται την πρεσβείαν οι Οδησσινοί. Ω τον ηλίθιον τον Σουλτάνον! Τους φίλους του σφάζει, αντί να τους φορέση καυτάνι!». (Α. Κοραής, Αλληλογραφία, τ. Δ , σελ. 320.)

Η βιαιότητα του κειμένου αυτού θα έφτανε και μόνη της, για να χαρακτηρίσει την ένταση, που είχαν προσλάβει οι ιδεολογικές συγκρούσεις στα προεπαναστατικά χρόνια. Για το θέμα μας ας συγκρατήσουμε εδώ μόνο την πληροφορία, ότι του Βάμβα «ολίγον έλειψε να του σηκώση την ζωήν ο κατιμερτζής», δηλαδή ο Γρηγόριος Ε΄. Αυτή την φορά δεν κατηγορήθηκε ο Ιλαρίων, αλλά ο ίδιος ο πατριάρχης.

Η φημολογία για την οργάνωση δολοφονιών θα πρέπει να συνδυαστεί με τα όσα κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη για την κατάδοση νεωτεριστών στις τουρκικές Αρχές. Ο Πίκκολος έγραψε, πως ο Ιλαρίων απείλησε, ότι θα τον πρόδιδε στους Τούρκους. Τον ίδιο χρόνο ο Γάλλος υποπρόξενος στη Σμύρνη ανέφερε στην κυβέρνησή του, ότι ο Κ. Οικονόμος είχε κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του, όταν ο μητροπολίτης Σμύρνης Άνθιμος τον κατήγγειλε στις τουρκικές Αρχές, ότι διδάσκει στο σχολείο του, στο Φιλολογικό Γυμνάσιο, τα μέσα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.

Είναι πιθανό, εκείνοι που μιλούσαν για οργάνωση δολοφονιών να είχαν στο νου τους την κατάδοση λογίων στις τουρκικές Αρχές, κατάδοση που, κατά τεκμήριο, προδίκαζε τη θανάτωση όσων θα αντιμετώπιζαν τέτοιου είδους κατηγορίες. Αυτή την εκδοχή θα πρέπει να υπαινισσόταν στα τέλη του 1820 ο Κοραής, όταν έγραφε, ότι οι διώκτες της Φιλοσοφίας δεν διαθέτουν πια «μαχαίρας» οι ίδιοι, αλλά ότι «εμπορούν να δανεισθώσι την μάχαιραν [της εξουσίας], αν τους έλθη όρεξις»… «να χύσωσιν αίμα των στηλιτευόντων τα πάθη των» (Συμβουλή τριών Επισκόπων, σελ. Χ-ΧΙ).

* * *

Είναι πολύ χαρακτηριστικό για την κατάσταση των πνευμάτων της εποχής, ότι ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας διέβλεπε, ότι το Πατριαρχείο σχεδίαζε να προχωρήσει στην φυσική εξόντωση η στην κατάδοση των αντιπάλων του, αφού δεν μπόρεσε να τους εξουδετερώσει με άλλο τρόπο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Κ. Δημαρά, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», «Ερμής», Αθήνα 2002.

• Κ. Λάππα, «Πατριαρχική σύνοδος “Περί καθαιρέσεως των φιλοσοφικών μαθημάτων” τον Μάρτιο του 1821», «Μνήμων», Αθήνα 1987.

• Φ. Ηλιού, «Κοινωνικοί αγώνες και Διαφωτισμός», «Μνήμων», Αθήνα 1981.

• Φ. Ηλιού, «Τύφλωσον, Κύριε, τον λαόν σου», «Πορεία», Αθήνα 1988.

• Γ. Κορδάτου, «Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821», «Επικαιρότητα», Αθήνα 1983.

• Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τόμοι ΙΧ και Χ, «20ος Αιώνας», Αθήνα.

• Κ. Σάθα, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα», Τόμος 4ος, «Νέα Σύνορα», Αθήνα 1995.

Γιάννης Λάζαρης
πηγή: http://freeinquiry.gr/pro.php?id=445

h1

Οι Κοζάκοι Ζαπαρόζτσι και ο Σουλτάνος Μεχμέτ Δ΄.

Οκτωβρίου 6, 2009

Το 1676 οι Κοζάκοι Ζαπαρόζτσι (Запорожцы), που κατοικούσαν στην νοτιοανατολική Ρωσία στα εδάφη γύρω από τον κάτω Δνείπερο στην σημερινή Ουκρανία, νίκησαν σε μάχη τον Οθωμανικό στρατό. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τους απεύθυνε σε επιστολή την απαίτηση του να υποταχθούν στην εξουσία του και να πάψουν να παρενοχλούν τους υποτελείς του Τάταρους της Κριμαίας. Οι Κοζάκοι, με ηγέτη τον Ιβάν Σίρκο, συγκεντρώθηκαν στο Ζαπαρόγκ και απάντησαν στην επιστολή του Σουλτάνου με πρωτότυπο τρόπο, συντάσοντας μια επιστολή γεμάτη βρισιές και προσβολές.

Ο Σουλτάνος είχε στείλει στους Κοζάκους την παρακάτω επιστολή:

«Ημείς ο Σουλτάνος, υιός του Μωάμεθ, αδελφός του Ηλίου και της Σελήνης, εγγονός και αντιβασιλεύς του Θεού, Κύριος των Βασιλείων της Μακεδονίας, Βαβυλώνος, Ιερουσαλήμ, Άνω και Κάτω Αιγύπτου, Αυτοκράτωρ των αυτοκρατόρων, Ηγεμών των ηγεμόνων, εξαίρετος Ιππότης, Ανίκητος, Πιστός Φρουρός του Τάφου του Ιησού Χριστού, Θεματοφύλαξ επιλεγμένος από τον ίδιο τον Θεό, Ελπίδα και Παρηγορία των Μωαμεθανών, Μεγάλος Υπερασπιστής των Χριστιανών, διατάσσω υμάς, τους Κοζάκους Ζαπαρόζτσι, να υποταχθείτε σε μένα εθελοντικά και χωρίς καμία αντίσταση και να σταματήσετε να με απασχολείτε με τις επιθέσεις σας.
Σουλτάνος Μεχμέτ Δ΄».

Κατά την παράδοση, η απάντηση των Κοζάκων υπήρξε χείμαρρος υβριστικών και σαρκαστικών στίχων, που διακωμωδούσαν τους τίτλους του Σουλτάνου:

«Οι Κοζάκοι Ζαπαρόζτσι προς τον Τούρκο Σουλτάνο!

Ω σουλτάνε, τούρκε διάβολε και καταραμένε συγγενή και φίλε του διαβόλου, γραμματέα του ίδιου του Εωσφόρου. Τι διάολο ιππότης είσαι συ, που δεν μπορείς ούτε σκατζόχοιρο με γυμνό πισινό να σφάξεις; Ο διάβολος χέζει κι ο στρατός σου τρώει. Γιε σκύλας, οι γιοί των Χριστιανών δεν θα γίνουν υποτελείς σου. Δεν φοβόμαστε τον στρατό σου. Θα σε πολεμήσουμε από στεριά και θάλασσα και θα σου βατέψουμε τη μάνα.

Βαβυλωνικό κρεμμύδι, Μακεδόνα αμαξά, μπυράρη της Ιερουσαλήμ, κατσικογάμη της Αλεξάνδρειας, χοιροβοσκέ της Άνω και Κάτω Αιγύπτου, Αρμένικο γουρούνι, κλέφτη της Ουκρανίας, κίναιδε της Ανατολής, δήμιε της Ρωσίας και ηλίθιε όλου του κόσμου και του υποκόσμου, βλάκα ενώπιον του Θεού, εγγονέ του Φιδιού και κράμπα του πουλιού μας. Μουσούδα γουρουνιού, κώλε φοράδας, κοπρόσκυλο του σφαγείου, αβάφτιστο κούτελο, γ@μι@ της μάνας σου!

Με τους παραπάνω τίτλους σε στολίζουν οι Κοζάκοι Ζαπορόζτσι, υπάνθρωπε. Δεν πρόκειται να ξαναβοσκήσεις χριστιανικά γουρούνια. Και για να τελειώνουμε, επειδή δεν ξέρουμε την ημερομηνία, επειδή δεν έχουμε ημερολόγιο, επειδή η σελήνη είναι στον ουρανό και η χρονολογία γραμμένη στο βιβλίο κι επειδή η μέρα είναι η ίδια, τόσο εδώ όσο και κει, γι αυτό φίλα μας τον πισινό!
Ο αρχηγός Ιβάν Σίρκο και όλοι οι Κοζάκοι Ζαπαρόζτσι».

Repin_Cossacks
Ο πίνακας, που έχει θέμα τη σύνταξη της απαντητικής επιστολής των Κοζάκων Ζαπαρόζτσι, αποτελεί το κορυφαίο έργο του Ρώσου ζωγράφου Ίλια Ρέπιν, που ξεκίνησε να ζωγραφίζει τον πίνακα το 1880 και τελείωσε μόλις το 1891! Ο Ρέπιν κατέγραφε τα χρόνια της εργασίας του στο κάτω άκρο του καμβά. Ο Τσάρος Αλέξανδρος Γ΄ αγόρασε τον πίνακα 35.000 ρούβλια, ποσό που ήταν το μεγαλύτερο που πληρώθηκε τότε για έργο Ρώσου ζωγράφου.

Ο πίνακας σε μεγαλύτερη ανάλυση εδώ:
http://static.panoramio.com/photos/original/5279844.jpg

πηγές: www.esperos.com
www.makthes.gr
www.panoramio.com

h1

Οι Βρυκόλακες στην Ελλάδα του 17ου αιώνα.

Σεπτεμβρίου 20, 2009

ITALY VENICE 'VAMPIRE'

Απoσπάσματα από:
Κυριάκος Σιμόπουλος,
Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333μ.Χ. – 1700
τόμος Α

Η εκστρατεία των καθολικών στην Ελλάδα για τον προσηλυτισμό των πιστών της ανατολικής Εκκλησίας συστηματοποιείται στις αρχές του 17ου αιώνα.
Ο πάπας Παύλος Ε’ οργανώνει την εγκατάσταση ιεραποστόλων στις Κυκλάδες το 1613.

Το 1642 οι καθολικοί κατόρθωσαν να εγκατασταθούν στην Σαντορίνη. Ο Γάλλος ιερωμένος Francois Richard ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της εκστρατείας προσηλυτισμού στο αιγαίο.
Έζησε πολλά χρόνια στην Σαντορίνη.

Ολόκληρο κεφάλαιο του χρονικού του Richard αναφέρεται στις δοξασίες περί βρυκολάκων. Έχει τίτλο «Οι ψευδοαναστημένοι που οι έλληνες ονομάζουν βρυκολάκους».
Περιγράφει τρομακτικά περιστατικά ομαδικών παρακρούσεων των κατοίκων της Σαντορίνης. Πεθαμένοι που ξαναγυρίζουν στη ζωή και εξοντώνουν τη νύχτα τους νησιώτες, φρικαλέες σκηνές εκταφής «βρυκολακιασμένων», τελετές εξορκισμών από τους ιερείς πάνω στα πτώματα μέσα στους ναούς, ανατριχιαστικοί ανασκολοπισμοί των άλιωτων πτωμάτων με τσεκούρι και σκαπάνες.
Αυτόπτης μάρτυρας των σκήνων αυτών ο Ιησουίτης ιεραπόστολος δεν αμφισβητεί διόλου την εμφάνιση των βρυκολάκων και την κακοποιό δράση τους:

-Κάθε τόσο οι έλληνες παπάδες, αφού προηγουμένως πάρουν άδεια του μητροπολίτη, πηγαίνουν στο νεκροταφείο, διαβάζουν μερικές ευχές και ύστερα ξεθάβουν το νεκρό
που υποπτεύονται πως έχει βρυκολακιάσει. Κι αν βρουν το πτώμα ολόκληρο, φρέσκο και ματωμένο, είναι βέβαιοι πως ο νεκρός έγινε όργανο του σατανά.
Αρχίζουν τότε τους εξορκισμούς και δεν σταματούν αν δεν δουν σημάδια που να φανερώνουν πως έφυγε το δαιμόνιο, όταν δηλαδή αρχίσει η αποσύνθεση του πτώματος.

-Αυτό έγινε πριν από λίγα χρόνια. Το πτώμα ενός κοριτσιού (Καλλίστη το όνομά του) βρέθηκε άλιωτο.
Το έφεραν στην εκκλησία κι ο έλληνας παππάς κατέφυγε στους εξορκισμούς. Και πραγματικά σε λίγο άρχισε η αποσύνθεση του πτώματος κατά τρομακτικό τρόπο,
έτσι που κάνεις δεν μπορούσε να μείνει στο ναό από τη δυσοσμία. Το έθαψαν λοιπόν, και δεν ξαναφάνηκε ο βρυκόλακας πια.

-Ωστόσο, μερικές φορές, οι εξορκισμοί των ελλήνων ιερέων δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα, είτε γιατί οι ίδιοι οι ιερείς δεν έχουν μεγάλη πίστη είτε γιατί το δαιμόνιο αντιστέκεται
και δεν εννοεί να εγκαταλείψει τη λεία του. Τότε ξεριζώνουν την καρδιά του πεθαμένου, τη λιανίζουν με το τσεκούρι και ύστερα καίνε ολόκληρο το νεκρό, ακριβώς όπως γίνεται
στη Γαλλία με τους μάγους και τις μάγισσες, ύστερα από απόφαση της δικαιοσύνης.

-Τελευταία που πήγα στην Αστυπάλαια έκαψαν πέντε πτώματα. Τα τρία ήταν ανδρών παντρεμένων, το τέταρτο ενός Έλληνα παππά και το πέμπτο ενός κοριτσιού. Το ίδιο έγινε και στη Νιό.
- Η γυναίκα ενός πεθαμένου ήρθε και μου εξομολογήθηκε πως είδε τον άντρα της ατόφιο, πενήντα μέρες ύστερα από την κηδεία του. Μ’ όλο που τον είχαν ξεθάψει και τον είχαν ενταφιάσει
σε άλλο σημείο και είχαν γίνει όλοι οι καθιερωμένοι εξορκισμοί, εκείνος ξαναγύρισε και βασάνιζε τον κόσμο, σκότωσε μάλιστα και τέσσερις ή πέντε ανθρώπους.
Τότε τον ξέθαψαν για δεύτερη φορά και τον έκαψαν σε επίσημη δημόσια τελετή.

-Πριν δυο χρόνια, για την ίδια αιτία, έκαψαν άλλα δυο πτώματα στη Σίφνο. Και δεν περνάει χρόνος που να μην γίνει λόγος γι’ αυτούς τους ψευδοαναστημενους.

-Αλλά εκείνο που αναστάτωσε περισσότερο την Σαντορίνη ήταν η προσήλωση ενός βρυκόλακα στη χήρα του. Λεγόταν Αλέξανδρος, ήταν παπουτσής και κατοικούσε στον Πύργο.
Ύστερα από το θάνατό του παρουσιάστηκε στη γυναίκα του, όπως ακριβώς ήταν και στη ζωή. Ερχόταν στο σπίτι και δούλευε, μερεμέτιζε τα παπούτσια των παιδιών,
έβγαζε νερό από τη στέρνα. Και πολλές φόρες τον έβλεπαν να κόβει ξύλα για τη φαμίλια του.
Ύστερα από λίγο καιρό ο κόσμος τρομοκρατημένος τον ξέθαψε, τον έκαψε και μαζί με τον καπνό εξαφανίστηκε και η εξουσία του σατανά.

-Έμαθα από ένα αξιόπιστο πρόσωπο πως στην Αμοργό, αυτοί οι βρυκόλακες έχουν τόσο αποχαλινωθεί που δεν τρέχουν μονάχα εδώ κι εκεί τις νύχτες, αλλά παρουσιάζονται και μέρα μεσημέρι,
πολλές φορές πέντε μαζί στα χωράφια και μαζεύουν φάβα. Ήθελα να έλθουν εδώ μερικοί από τους δικούς μας τους άθεους της Γαλλίας, όχι για να ακούσουν αλλά να δουν με τα μάτια τους
στο φως της ημέρας και να βεβαιωθούν ποσό άδικο έχουν που πιστεύουν ότι σαν πεθαίνει ο άνθρωπος όλα πεθαίνουν μαζί του*.

*(Υπάρχει άραγε μια πανάρχαια παράδοση στις δεισιδαιμονίες που κυριαρχούσαν στις Κυκλάδες κατά το μεσαίωνα και στους νεώτερους χρόνους; Οι αρχαιολόγοι που μελέτησαν τα ευρήματα στα νεκροταφεία του πρωτοκυκλαδικού λεγόμενου πολιτισμού, στη Σύρο, στη Νάξο, στην Αμοργό (3.000 π.χ. περίπου) παρατήρησαν με έκπληξη ότι οι νεκροί θάβονταν σε στενόχωρους τετραγωνικούς τάφους , διπλωμένοι στα δύο, έτσι που τα γόνατα να φθάνουν στο πρόσωπο. Μπορεί και να δένονταν πριν ακόμα ξεψυχήσουν. Και οι τάφοι καλύπτονταν από όλες τις πλευρές με βαριές πλάκες, κλείνονταν οι νεκροί ασφυκτικά στο κιβούρι τους για να μην μπορέσουν ίσως να ξαναβγούν στον επάνω κόσμο και βασανίσουν τους ζωντανούς, για να μην βρυκολακιάσουν ίσως).

Ιδού όμως και μια άλλη απόδειξη:

-Ο ηγούμενος του περίφημου μοναστηριού της Αμοργού, μου διηγήθηκε ότι ένας έμπορος από την Πάτμο πηγαίνοντας στην ανατολή για εμπόριο,
αντί να κερδίσει χρήματα έχασε τη ζωή του. Μαθαίνοντας η γυναίκα του το θάνατό του, έστειλε ένα καΐκι για να φέρουν τον νεκρό στην πατρίδα του και να τον θάψουν κατά πως ταιριάζει σε χριστιανό.

Έβαλαν λοιπόν το πτώμα σε μια κασέλα, τη φόρτωσαν στο καΐκι και ξεκίνησαν για το νησί. Ένας από τους ναυτικούς κάθισε επάνω στη κασέλα. Ξαφνικά νιώθει κάτι να κουνιέται μέσα.
Το λέει στους συντρόφους του. Αποφασίζουν τότε να την ξεκαρφώσουν για να δουν σε ποια κατάσταση βρισκόταν ο νεκρός. Ανοίγουν και τι να δουν. Ο πεθαμένος έδειχνε σαν να ήταν ολοζώντανος.
Καταλαβαίνετε τώρα τον τρόμο των θαλασσινών. Αλλά τι να κάνουν, είχαν την υποχρέωση. Ξανακάρφωσαν την νεκρόκασα, έφτασαν στο νησί και την παρέδωσαν στη χήρα χωρίς να πουν λέξη για ότι είδαν στο καΐκι.

Αλλά λίγες μέρες μετά την κηδεία ο πεθαμένος σκόρπισε τη φρίκη και το θάνατο στο νησί. Έμπαινε τις νύχτες στα σπίτια ουρλιάζοντας και χτυπώντας. Δεκαπέντε άνθρωποι άλλοι από τα χτυπήματα, άλλοι από την τρομάρα τους πήγαν στον άλλο κόσμο.

-Οι ιερείς και οι καλόγεροι του τόπου έκαναν ότι μπορούσαν για να σταματήσουν αυτή την τραγωδία. Ωστόσο οι εξορκισμοί και οι δεήσεις δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Αποφασίζουν λοιπόν, να διώξουν το νεκρό από το νησί και να τον μεταφέρουν στον τόπο του θανάτου του, στη μικρά Ασία. Τον φόρτωσαν στο καΐκι αλλά οι ναυτικοί δεν τον πέρασαν αντίπερα, στο πρώτο ερημονήσι που βρήκαν άναψαν φωτιά και τον έκαψαν. Κι από τότε ο βρυκάλακας δεν ξαναφάνηκε.

- Ο ηγούμενος προσπαθούσε να με πείσει ότι αυτές οι εμφανίσεις των βρυκολάκων αποδείχνουν πόσο ορθή είναι η πίστη της ελληνικής εκκλησιάς. Μου λέει:
Είδατε κανένα τούρκο ή κανένα Λατίνο να μεταμορφώνεται έτσι μετά το θάνατό του;
Τα αντίθετο συμβαίνει του απαντώ.
Το ότι μπαίνει ο σατανάς στους πεθαμένους σας και τους κάνει να βρυκολακιάζουν δείχνει ότι η ελληνική πίστη είναι καταδικασμένη από τον θεό. Όσο για τους τούρκους και τους Λατίνους που τάχα δεν γίνονταν βρυκόλακες τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όπως προκύπτει από την ιστορία των αράβων, αυτά τα φαινόμενα ήταν συνηθισμένα στην έρημο.

Έπειτα του θύμισα κάτι που είχε συμβεί στη Σαντορίνη με τον Μαμούρη, ένα Λατίνο κληρικό που τούρκεψε. Με απαίτηση όλου του λαού κρεμάστηκε στην αντένα του ανεμόμυλου. Ε λοιπόν, μ’ όλο που ήταν τούρκος, βρυκολάκιασε και καταβασάνισε τον κόσμο μετά το θάνατό του, ώσπου τον έκαψαν και ησύχασε το νησί.

-Πρέπει να προσθέσω ότι υπάρχουν κι άλλοι πεθαμένοι στα ελληνικά νεκροταφεία που τα πτώματά τους μένουν άλιωτα δεκαπέντε και είκοσι χρόνια μετά τον ενταφιασμό τους. Και τους βρίσκουν φουσκωμένους σαν μπαλόνια. Κι αν τους χτυπήσεις ηχούν όπως τα τύμπανα. Αυτόν τον πεθαμένο τον λένε «ντούπι». Το πώς γίνεται αυτό δεν είναι της στιγμής. Το μόνο που μπορώ να βεβαιώσω είναι ότι οι Έλληνες πιστεύουν πως οι άλιωτοι είναι αφορισμένοι.

Είναι γνωστό ότι οι έλληνες ιερείς και μητροπολίτες όταν αφορίζουν κάποιον προσθέτουν στο τέλος την κατάρα: «Και μετά θάνατον άλυτος και τυμπανιαίος».
Γι’ αυτό ακριβώς, ο λαός που βλέπει συχνά άλιωτους νεκρούς, τρέμει όταν ακούει ένα απλό παπά να εκτοξεύει τον αφορισμό του σαν να είναι πατριάρχης.

Ο Richard παραθέτει στο χρονικό του και ένα κείμενο αυθεντικό, σχετικά με τα χαρακτηριστικά των βρυκολάκων και τις αιτίες που προκαλούσε το βρυκολάκιασμα.
Το αντέγραψε από παλιό χειρόγραφο που βρήκε στο ναό της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης.

Όποιος έχει κατάραν, κρατούσιν μόνον τα έμπροσθεν του σώματός του.
Εκείνος όπου έχει ανάθεμα, φαίνεται κίτρινος και ζαρωμένα τα δάχτυλά του.
Εκείνος όπου φαίνεται άσπρος είναι αφορισμένος παρά των Θείων Νόμων.
Εκείνος όπου φαίνεται μαύρος είναι αφορισμένος υπό αρχιερέως.

Περί βρυκολάκων γράφει και ο Γάλλος περιηγητής Thevenot που ταξίδεψε στο Αιγαίο το 1655. Στη Χίο διάβασε ένα υπόμνημα με πληροφορίες για τα χωριά του νησιού και τις δεισιδαιμονίες των κατοίκων: «Οι κάτοικοι αυτού του τόπου πιστεύουν ότι το πτώμα που δεν θα λιώσει σε σαράντα μέρες γίνεται βρυκόλακας». Ο Συγγραφέας του υπομνήματος σημειώνει ότι περνώντας από εκεί τον Απρίλη του 1637 βρήκε ένα παππά να διαβάζει ευχή πάνω σε ένα πτώμα που ενώ ήταν θαμμένο πενήντα μέρες δεν έδειχνε διόλου αποσύνθεση. Μονάχα ένας σκώληκας έβγαινε από το μάτι του πεθαμένου. Είναι η πανουργία του σατανά, είπε ο παππάς που θέλει να μας ξεγελάσει για να πιστέψουμε ότι το σώμα έχει σαπίσει. Όπως εξήγησε ο παππάς, το σώμα ή μάλλον το πνεύμα του γύριζε τις νύχτες στο χωριό, χτυπούσε τις πόρτες και καλούσε τους ανθρώπους με το όνομά τους, κι όσοι απαντούσαν πέθαιναν σε δύο ή τρεις ήμερες).

Πληροφορίες για την Σαντορίνη του ΙΖ’ αιώνα ανευρίσκονται και στην ιστορία των φράγκικων δουκάτων του Αιγαίου του Sauger που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1699:

-Το λιμάνι της Σαντορίνης είναι άπατο ακόμα και ένα βήμα από την ακτή. Άβυσσος που είναι αδύνατο να βυθομετρηθεί. Σε αυτό το νησί συμβαίνει κάτι ασύλληπτο για μένα, μα που φαίνεται εκεί συνηθισμένο. Μερικοί από τους πεθαμένους ξαναγυρίζουν στα σπίτια τους λίγες μέρες ύστερα από την ταφή τους. Και κανείς δεν ξέρει τι είναι αυτό που τους ξαναζωντανεύει. Οι Σαντορινιοί τους λένε «βρυκόλακες».

-Σκότωσαν ένα χωριάτη Μυκονιάτη, από φυσικού του δύστροπο και φιλόνικο. Κανείς δεν ήξερε πως και γιατί. Δύο μέρες μετά τον ενταφιασμό του διαδόθηκε ότι τον είδαν να περπατάει τη νύχτα με βαριά βήματα, να μπαίνει στα σπίτια, να αναποδογυρίζει τα έπιπλα, να σβήνει τα λυχνάρια, να αγκαλιάζει ξαφνικά τους ανθρώπους και γενικά να κάνει χίλιες δυο κατεργαριές. Στην αρχή γέλασαν όλοι. Μα όταν άρχισαν να παραπονούνται και σοβαροί άνθρωποι η υπόθεση πήρε διαστάσεις.

Οι παππάδες έκανα εξορκισμούς. Τίποτα, ο Μυκονιάτης συνέχιζε αδιόρθωτος τις πανουργίες του. Τη δέκατη μέρα έγινε λειτουργία για να εκδιωχθεί ο δαίμονας. Αποφασίστηκε να ξεθάψουν το κουφάρι και να του ξεριζώσουν την καρδιά μέσα στην εκκλησία.

Ο χασάπης της Μυκόνου, γέρος και αδέξιος, αντί να ανοίξει το στέρνο, άνοιξε την κοιλιά. Έψαξε, έψαξε αλλά δεν εύρισκε αυτό που ζητούσε. Κάποιος του είπε να ανοίξει το διάφραγμα. Έτσι έβγαλα την καρδιά.
Για να καλυφθεί η μπόχα του πτώματος έκαιγαν λιβάνια. Αλλά το θύμιαμα, καθώς ανακατευόταν με τις αναθυμιάσεις του κουφαριού προκαλούσε φοβερότερη μπόχα.

Οι φτωχοί άνθρωποι τρελάθηκαν. Πάθαιναν παραισθήσεις, έβλεπαν εφιαλτικά οράματα. Φώναζαν πως από το ανοιγμένο κουφάρι έβγαινε πηχτός καπνός.
Που να τολμήσουμε να τους πούμε πως ήταν από το λιβάνι.

Μέσα στην εκκλησία αντηχούσε μονάχα η κραυγή «ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ!!!» «ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ!!!», Από το θόρυβο θαρρούσες πως θα γκρεμισθεί ο θόλος του ναού.
Ο χασάπης έβανε όρκο πως το πτώμα ήταν ολόζεστο. Μερικοί έλεγαν πως το αίμα ήταν κατακόκκινο.

Το φοβερό νέο απλώθηκε από σοκάκι σε σοκάκι σε όλη την πολιτεία. Και σε λίγο όρμησαν στην εκκλησία ένα πλήθος νησιώτες που βεβαίωναν πως όταν έφεραν το πτώμα από τα χωράφια ήταν ακόμα ζεστό. Σίγουρα λοιπόν είχε βρυκολακιάσει.

Βρισκόμουν πλάι στο κουφάρι για να βλέπω καλύτερα. Παραλίγο να λιποθυμήσω από την δυσωδία. Αλλά οι ζαλισμένοι νησιώτες ξέφρενοι από την τρομάρα, νόμιζαν πως είχε ακόμα ζωή. Ζήτησαν τη γνώμη μου και τους είπα ότι είναι 100 τοις εκατό πεθαμένος. Τους εξήγησα ήρεμα όλα τα περίεργα φαινόμενα και τις παραισθήσεις. Ποιος να με ακούσει;

Πήραν την καρδιά στην ακρογιαλιά και την έκαψαν. Με όλα αυτά ο βρυκόλακας δεν εννοούσε να ησυχάσει. Έγινε περισσότερο επιθετικός . Άνοιγε πόρτες και δωμάτια, ξυλοκοπούσε ανθρώπους τη νύχτα, έσπαζε παράθυρα, έσκιζε φορέματα, άδειαζε τις κυψέλες των μελισσιών και τα κρασοβάρελα. Μονάχα στο σπίτι του προξένου όπου είχαμε εγκατασταθεί δεν τόλμησε να τρυπώσει.

Όλο το νησί είχε υποστεί ομαδική παράκρουση. Ακόμα και οι έξυπνοι και οι μορφωμένοι είχαν παρασυρθεί. Ήταν μια αρρώστια του εγκεφάλου, επικίνδυνη όπως η μανία ή η λύσσα.
Οικογένειες εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και έστηναν τα κρεβάτια τους καταμεσής στην πλατεία για να περάσουν τη νύχτα τους.
Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην είχε διαπιστώσει την παρουσία του βρυκόλακα. Όλη τη νύχτα άκουγες θρήνους. Πολλοί βγήκαν οικογενειακώς στα χωράφια.

Κάποιος είπε πως το κακό οφείλεται σε μια παράλειψη κατά την τελετή του εξορκισμού. Η λειτουργία έπρεπε να γίνει μετά την αφαίρεση της καρδιάς. Έτσι ξαναβρεθήκαμε στην αναστάτωση της πρώτης μέρας.
Γενική σύναξη πρωί και βράδυ, λιτανείες τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. Οι παππάδες υποχρεωθήκαν να νηστέψουν αυστηρά. Τους έβλεπες να τρέχουν από σπίτι σε σπίτι με την αγιαστούρα στο χέρι.

Είπαμε στους προεστούς να στήσουν ενέδρες τη νύχτα και να παρατηρούν τι συμβαίνει στην πολιτεία. Έτσι έπιασαν μερικούς βαγαπόντηδες που είχαν προκαλέσει όλη την αναστάτωση.
Δεν ήταν βεβαία οι πρώτοι δράστες και τους άφησαν ελεύθερους. Για να αναπληρώσουν τη νηστεία της φυλακής άρχισαν να αδειάζουν τη νύχτα τα σπίτια των κατοίκων που είχαν εγκαταλείψει το βιος τους.
Έτσι ξανάρχισαν οι λιτανείες.

Μια μέρα, αφού κάρφωσαν κι εγώ δεν ξέρω ποσά γυμνά σπαθιά επάνω στο μνήμα του βρυκόλακα (ξέθαφταν το πτώμα τρεις ή τέσσερις φορές την ημέρα ανάλογα με τις εμπνεύσεις του καθενός) Ένας Αρβανίτης που βρέθηκε στη Μύκονο είπε με ύφος μεγάλου σοφού ότι είναι γελοίο να καρφώνουν τον βρυκόλακα με σπαθιά χριστιανικά.

–Δεν βλέπετε χαζοί, ότι η λαβή αυτών των σπαθιών έχει το σχήμα του σταυρού κι εμποδίζει τον σατανά να βγει από το κουφάρι; Χρειάζονται τουρκικά σπαθιά. Αλλά και η συνταγή του Αρβανίτη δεν ωφέλησε.
Ο βρυκόλακας φαινόταν άτρωτος. Δεν ήξεραν πια σε ποιον άγιο να προσευχηθούν.

Ξαφνικά μια φωνή υψώθηκε από όλη την πόλη: πρέπει να κάψουμε ολόκληρο τον βρυκόλακα. Ξέθαψαν πάλι το κουφάρι και το κουβάλησαν στην πούντα του Άη Γιώργη, άναψαν δυνατή πυρά με πίσσα
(όχι ξύλο, από φόβο μήπως ο βρυκόλακας σβήσει την φωτιά) και το αποτέφρωσαν. Ο διάβολος είχε παγιδευτεί και εξοντώθηκε.

Ήταν καιρός. Γιατί οι περισσότερες οικογένειες ετοιμάζονταν να μεταναστεύσουν στην Τήνο ή τη Σύρο.

Οι λαϊκές δεισιδαιμονίες για τα βρυκολακιάσματα ταλάνισαν τον τόπο μας και κατά τους σκοτεινούς αιώνες της εθνικής δουλείας.
Περιστατικά ομαδικών ψυχώσεων αναφέρονται κατά τη διάρκεια του εικοσιένα, κατά την περίοδο που ακολούθησε την εθνική αποκατάσταση, ακόμα και κατά τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας.

Οι δεισιδαιμονίες έπαιρναν διαστάσεις λαϊκού πανικού και αλλοφροσύνης, όπως ύστερα από τις επιδημίες που προκαλούσαν θανατικό.

Το 1823 η Νάξος είχε αποδεκατιστεί από την ευλογιά. Τότες ακριβώς άρχισαν στο νησί τα ομαδικά βρυκολακιάσματα των πεθαμένων.

Κάτι ανήκουστο έγινε το 1893 στο χωριό Βουρκωτή της Άνδρου.
Η γυναίκα ενός χωρικού υπέφερε από επιλόχειο πυρετό. Ο σύζυγος, επειδή πριν λίγες πέθανε η μητέρα του, πίστεψε πως βρυκολάκιασε και βασάνιζε τη νύφη της.

«Το επίμονον της συζύγου του πάθος απέδωκεν ο σύζυγος εις την πρότινων ημερών θανούσαν μητέρα του ητις κατά την κρίσιν του, επειδή ζώσα δεν ηυτύχησε να ιδή εγγονόν, ηδη νύκτωρ επεφοίτα επί της κλίνης της ασθενούς και τεκούσης νύμφης της και παρενώχλει αυτήν. Και ο αλιτήριος, χωρίς να διστάσει, εξέθαψε το πτώμα της ιδίας μητρός και, φρικτόν ειπείν, διαμέλισεν αυτό εις τεμάχια, ατινα εδώ κι εκεί κατέρριψε».

Απήχηση των λαϊκών δεισιδαιμονιών για τους βρυκόλακες αποτελεί και το διήγημα του Σκιαθίτη πεζογράφου Αλέξανδρου Μωραϊτίδη «Η Κουκίτσα»

-Και μια βραδιά, την ώρα όπου ανάπτουν τα φώτα, ολίγας εβδομάδας μετά τον θάνατον της Κουκίτσας, διεδόθη εις το χωρίον; Βρυκολάκιασε η Κουκκίτσα……

Ο “Βρυκόλακας” του Αρ. Βαλαωρίτη

-”Πες μου τι στέκεσαι Θανάση, ορθός,
βουβός σα λείψανο, στα μάτια μπρος;
Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
Ύπνος για σένανε δεν είν’ στον ‘Αδη;

Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…
Βαθιά σε ρίξανε μέσα στη γη…
Φεύγα, σπλαχνίσου με. Θα κοιμηθώ.
‘Ασε με ήσυχη ν’ αναπαυθώ.

Το κρίμα που ‘καμες με συνεπήρε.
Βλέπεις πως έγινα; Θανάση σύρε.
Όλοι με φεύγουνε, κανείς δε δίνει,
στην έρμη χήρα σου, ελεημοσύνη.

Στάσου μακρύτερα… Γιατί με σκιάζεις;
Θανάση τι έκαμα και με τρομάζεις;
Πως είσαι πράσινος; Μυρίζεις χώμα…
Πες μου… δεν έλυωσες, Θανάση, ακόμα;

Λίγο συμάζωξε το σάβανό σου…
Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου.
Θεοκατάρατε, για δες… πετάνε
κι έρχονται πάνω μου για να με φάνε.

Πες μου πουθ’ έρχεσαι με τέτοια αντάρα;
Ακούς τι γίνεται; Είναι λαχτάρα.
Μες απ’ το μνήμα σου γιατί να βγεις;
Πες μου πουθ’ έρχεσαι; Τι ‘λθες να δεις”;

Ε’

-”Μέσα στου τάφου μου τη σκοτεινιά
κλεισμένος ήμουνα, τέτοια νυχτιά
κι εκεί οπού ‘στεκα σαβανωμένος,
βαθιά στο μνήμα μου συμαζωμένος,

έξαφνα πάνω μου, μια κουκουβάγια
ακούω που φώναξε: -Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α
σήκω και πλάκωσαν χίλιοι νεκροί
και θα σε πάρουνε να πάτε κει-.

Τα λόγια τ’ άκουσα και τ’ όνομά μου.
Σκάνε και τρίβονται τα κόκαλά μου.
Κρύβομαι, χώνομαι όσο μπορώ
βαθιά στο λάκο μου, να μη τους δω.

-Έβγα και πρόβαλε Θανάση Βάγια,
έλα να τρέξωμε πέρα στα πλάγια.
Έβγα μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.
Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι-.

Έτσι φωνάζοντας σα λυσσασμένοι
πέφτουν επάνω μου οι πεθαμένοι.
Και με τα νύχια τους και με το στόμα
πετάνε, σκάφτουνε το μαύρο χώμα.

Και σα με βρήκανε όλοι με μια
έξω απ’ του τάφου μου την ερημιά,
γελώντας, σκούζοντας, άγρια με σέρνουν
κι εκεί που είπανε με συνεπαίρνουν.

Πετάμε, τρέχομε, φυσομανάει,
το πέρασμά μας κόσμο χαλάει.
Το μαύρο σύγνεφο, όθε διαβεί,
οι βράχοι τρέμουνε, ανάφτ’ η γη.

Φουσκώνει ο άνεμος τα σάβανά μας
σα ν’ αρμενίζουμε με τα πανιά μας.
Πέφτουν στο δρόμο μας και ξεκολάνε
τα κούφια κόκαλα, στη γη σκορπάνε.

Εμπρός μας έσερνε η κουκουβάγια
πάντα φωνάζοντας: -Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α-.
Έτσι εφτάσαμε σ’ εκειά τα μέρη,
που τόσους έσφαξα μ’ αυτό το χέρι.

Ω τι μαρτύρια! Ω τι τρομάρες!
Πόσες μου ρίξανε σκληρές κατάρες!
Μου ‘δωκαν κι έπια αίμα πηγμένο.
Για δες το στόμα μου, το ‘χω βαμένο.

Κι ενώ με σέρνουνε και με πατούνε
κάποιος εφώναξε… στέκουν κι ακούνε.
-Καλώς σε βρήκαμε Βιζίρη Αλή-.
Εδώθε μπαίνουνε μες την αυλή.

Πέφτουν επάνω του οι πεθαμένοι.
Με παρατήσανε… Κανείς δε μένει.
Κρυφά τους έφυγα και τρέχω ‘δω,
με σε γυναίκα μου να κοιμηθώ”.

ΣΤ’

-”Θανάση σ’ άκουσα, τραβήξου τώρα.
Μέσα στο μνήμα σου να πας είν’ ώρα”.

-”Μέσα στο μνήμα μου για συντροφιά,
θέλω απ’ το στόμα σου τρία φιλιά”.

-”Όταν σου ρίξανε λάδι και χώμα
ήλθα, σε φίλησα κρυφά στο στόμα”.

-”Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…
Μου πήρ’ η κόλαση κειό το φιλί”.

-”Φέυγα και σκιάζομαι τ’ άγρια σου μάτια.
Το σάπιο κρέας σου, πέφτει κομάτια.
Τραβήξου, κρύψε τα, κείνα τα χέρια.
Απ την αχάμνια τους λες κι είν’ μαχαίρια”.

-”Έλα γυναίκα μου, δεν είμαι ‘γω
κείνος π’ αγάπησες, ένα καιρό;
Μη με σιχαίνεσαι, είμ’ ο Θανάσης”.
-”Φεύγ’ απ’ τα μάτια μου, θα με κολάσεις”.

Ρίχνεται πάνω της και τήνε πιάνει,
μέσα στο στόμα της τα χείλη βάνει.
Στα έρμα στήθια της τα ρούχ’ αρχίζει,
που τη σκεπάζουνε, να τα ξεσχίζει.

Τήνε ξεγύμνωσε… το χέρι απλώνει…
Μέσα στο κόρφο της άγρια το χώνει…

Μένει σα μάρμαρο. Κρύος σα φίδι
τρίζει απ’ το φόβο του, στο κατακλείδι.
Σα λύκος ρυάζεται, τρέμει σα φύλλο…
Στα δάχτυλα έπιασε το Τίμιο Ξύλο.

Τη μαύρη γλύτωσε, το φυλαχτό της,
καπνός, εσβήστηκεν απ’ το πλευρό της.
Τότε ακούστηκε κι η κουκουβάγια
έξω, που φώναζε: -Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α-!

Του νεκρού αδελφού

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
- Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
το τάξιμο που μου ‘ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
- Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ‘ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω.
- Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».
- Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!
- Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
- Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
- Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
- Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
- Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
- Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αί-Γιάννη,
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.
«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
- Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ’ ας λέγουν.
- Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;
- Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά πρoφτάνoυν.
Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
- Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
- Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;
- Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

πηγή: phorum.gr

h1

Ο Λιμός του Povolzhye

Αυγούστου 13, 2009

post-3-12485649568310-686x1024

Λίγο μετά την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία, οι πολιτικές αλλαγές στη χώρα και η κακοκαιρία στο νότιο τμήμα της, οδήγησε στον ρωσικό λιμό του 1921, γνωστότερο ως ο λιμός του Povolzhye. Ξεκίνησε στις αρχές της άνοιξης του 21 και διήρκεσε μέχρι το τέλος του 1922, και είναι ένα σημαντικό κομμάτι της Ρωσικής ιστορίας. Περισσότερα από 5 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν κατά τη διάρκεια του λιμού. Μερικά από αυτά έπεσαν θύματα της πείνας των γειτόνων, των γονιών ή των παιδιών τους. Για να επιβιώσουν σε αυτές τις άθλιες συνθήκες οι άνθρωποι έτρωγαν πτώματα των μελών της οικογένειάς τους, οι οποίοι σκοτώθηκαν ή πέθαναν από πείνα. Η περίοδος αυτή ήταν πολύ δύσκολη για την περιοχή, αλλά ο λιμός θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν η Σοβιετική κυβέρνηση δεν είχε εξάγει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες το σύνολο της τοπικής παραγωγής σιτηρών, σε μια προσπάθεια να συγκεντρώσει κεφάλαια για την εκβιομηχάνιση της χώρας.

105271086dpacds_fs1-1024x862

Στα καταστήματα δεν είχε μείνει πλέον τίποτα και η ξηρασία αποτελείωνε ότι είχε μείνει στα χωράφια. Πρώτα, οι άνθρωποι πούλησαν ότι μπορούσαν, αλλά πολύ σύντομα κανείς πλέον δεν έδινε τρόφιμα σε αντάλλαγμα. Έτσι, οι άνθρωποι άρχισαν να τρώνε γάτες, σκύλους, αρουραίους, πουλιά, το γρασίδι και, τέλος, ανθρώπους. Οι περιπτώσεις που αφορούν κανιβαλισμούς συνήθως δεν καταγράφονται ως ένα πραγματικό έγκλημα, και θεωρούνται ένα ακραίο αντανακλαστικό επιβίωσης. Αντίθετα στην περίπτωση του λιμού του Povolzhye οι δράστες κλείστηκαν στις φυλακές, όπου ο κανιβαλισμός ήταν μια κοινή πρακτική επίσης.

post-3-12485648339396-1023x916

Περιφέρεια της Σαμάρα, 13 Απριλίου, 1922
“… Στο κελάρι βρήκαμε δύο κομμάτια, στο φούρνο υπήρχε ένα κομμάτι βρασμένης ανθρώπινης σάρκας, και στην εσωτερική βεράντα υπήρχε ένα δοχείο με πηχτή σούπα απο σάρκα του ίδιου είδους, και κοντά στη βεράντα βρήκαμε πολλά κόκαλα . Όταν ρωτήσαμε την γυναίκα που είχε βρεί το κρέας, ομολόγησε ότι τον περασμένο Φεβρουάριο ο 8 ετών γιος της Νικήτα πέθανε και λίγο αργότερα μαζί με την 15χρονη κόρη πήραν το πτώμα για να το φάνε. Όταν δεν υπήρχε τίποτα άλλο πια, αποφάσισε να σκοτώσει την κόρη της για το κρέας, πράγμα που έκανε στις αρχές Απριλίου. Την ώρα που η 15χρονη κοιμόταν, την έσφαξε, έκοψε το πτώμα σε κομμάτια και άρχισε να το μαγειρεύει. Έδωσε δε λίγο από το κρέας καθώς και το συκώτι στις γειτόνισσες Ακουλίνα και Ευδοκία, λέγοντας ότι ήταν κρέας αλόγου… “

post-3-12485649352980-1024x705

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.